«Στη Βουλή πριν από λίγες ημέρες ζήτησα την παραίτηση της Κυβέρνησης. 

Δεν είναι ικανή να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και να βγάλει τη χώρα από την κρίση», ανέφερε η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Φώφη Γεννηματά, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Φιλελεύθερος της Κύπρου.

Όπως σημείωσε, «με την κυβερνητική πολιτική και διαχείριση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά», προσθέτοντας «πιστεύω πως η συνεννόηση είναι η μοναδική αξιόπιστη λύση στις σημερινές συνθήκες. 

Λύση που μπορεί να δώσει η σημερινή Βουλή».

Ακόμη, ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχει καμία, μα καμία περίπτωση να συμμετέχουμε εμείς, το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Συμπαράταξη, σε καμία κυβέρνηση Τσίπρα, όπως λέτε», αλλά μπορούμε να στηρίξουμε «μια κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης, όπου απαραίτητα θα πρέπει να συμμετέχουν τα δύο πρώτα σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματα, που σήμερα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία».  

Για το εάν μπορεί με την οριακή πλειοψηφία που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει, ανέφερε ότι «το θέμα δεν είναι μόνο η οριακή πλειοψηφία που διαθέτει και η απειλούμενη συνοχή της κυβέρνησης λόγω της συμμαχίας του ΣΥΡΙΖΑ με τον ακροδεξιό συνεταίρο, τους ΑΝΕΛ. 
Το θέμα είναι η επιβεβαιωμένη ανικανότητα  να κυβερνήσει και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την σημερινή εθνικών διαστάσεων κρίση που βιώνουμε στην Ελλάδα. 

Αυτό από ότι φαίνεται συμμερίζεται πλέον και η πλειοψηφία του ελληνικού λαού».

Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι διαπιστώνεται καθημερινά η αδυναμία της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις ανάγκες της χώρας, αλλά και ότι η χώρα δεν αντέχει νέες πρόωρες εκλογές.

Σε άλλο σημείο υπογράμμισε ότι η σχέση της με τον Αλέξη Τσίπρα σε προσωπικό επίπεδο είναι καλή, συμπληρώνοντας ότι «οι πολιτικές και η κυβερνητική πράξη είναι που μας χωρίζουν». 

Σχετικά με την σύμπραξη των δυνάμενων στο χώρο της Κεντροαριστεράς η ίδια ανέφερε πως «από τη μεριά μας θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατό προκειμένου να διαμορφωθεί ένα δυναμικό, προοδευτικό, μεταρρυθμιστικό ρεύμα που θα δώσει ελπίδα στους προοδευτικούς πολίτες και θα σταθεί απέναντι στην προσπάθεια της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ να διαμορφώσουν ένα διχαστικό δίπολο που μόνο σε αδιέξοδο οδηγεί».

Όπως είπε, ο απώτερος στόχος αυτής της προσπάθειας «μια ισχυρή προοδευτική συμμαχία με αυτόνομο λόγο και αυτοδύναμη στρατηγική απέναντι στην συντηρητική Ν.Δ και τον λαϊκιστικό ΣΥΡΙΖΑ. 
Είναι η ώρα να ενώσουμε το κατακερματισμένο και διάσπαρτο, δημοκρατικό, μεταρρυθμιστικό και ευρωπαϊκό ρεύμα στη χώρα. Τη μεγάλη προοδευτική παράταξη».

Για την αξιολόγηση, σημείωσε πως η καθυστέρηση της  ολοκλήρωσής της  είναι άκρως ανησυχητική, αλλά και πως «η αμφισημία και η  ανικανότητα  της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί αποτελεσματικά και γρήγορα, επιβαρύνει το κακό οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα. 
Ήδη η διαπραγμάτευση που κάνει η κυβέρνηση θυμίζει αυτή του προηγούμενου χρόνου με τις  γνωστές συνέπειες. 

Όμως και το αποτέλεσμα της όποιας συμφωνίας, φαίνεται ότι θα είναι πολύ σκληρό για πολύ μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού, με επιπλέον μεγάλες αυξήσεις σε άμεσους και έμμεσους φόρους και με περικοπές σε μισθούς και συντάξεις που ακόμα και αν περάσουν από την Βουλή πολύ δύσκολα θα γίνουν αποδεκτές από την ελληνική κοινωνία».

Σε ερώτηση για την εκτίμησή της σε ό,τι αφορά την πορεία του Κυπριακού,  η κ. Γεννηματά επεσήμανε πως όπως είπε και στον Πρόεδρο κ. Αναστασιάδη, «η Ευρώπη πρέπει να κλείσει τις τελευταίες πληγές της.
Είναι τελείως αδιανόητο για μια χώρα κράτος μέλος της ΕΕ να υπάρχει στρατιωτική κατοχή. 

Θα πρέπει να επηρεάσει η Ευρώπη για να υπάρξει μια δίκαιη και βιώσιμη λύση που βάση της αποτελούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. 

Μια λύση που να μπορεί να γίνει αποδεκτή από τον Κυπριακό λαό, με πλήρη αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και βεβαίως κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων. 
Έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνσή βιώσιμης λύσης.  Γνωρίζουμε βέβαια τις δυσκολίες». 

Σχετικά με την τελευταία Σύνοδο Κορυφής και το θέμα ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, σημείωσε μεταξύ άλλων πως «όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας και της Κύπρου στηρίξαμε στην τελευταία Σύνοδο ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να ξεπαγώσουν τα πέντε κεφάλαια που η Κύπρος έχει παγώσει τα προηγούμενα χρόνια».