Έχοντας περάσει τους κάβους της ψήφου εμπιστοσύνης, αλλά και της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης θέτουν ως στόχο την αλλαγή του κλίματος, στρέφοντας την επικαιρότητα σε θέματα της οικονομίας, μέσω των οποίων εκτιμούν ότι μπορούν να «κερδίσουν πόντους» στην πολιτική σκακιέρα.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού και η ταυτόχρονη κατάργηση του υποκατώτατου, η προστασία των δανειοληπτών αλλά και οι ρυθμίσεις χρεών προς την εφορία και τα ταμεία είναι το τρίπτυχο των μέτρων μέσω των οποίων η κυβέρνηση θέλει να δείξει το λαοφιλές προφίλ της. Ταυτόχρονα, ειδικά στην περίπτωση του κατώτατου μισθού, πρόκειται για μια προεκλογική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία –έστω και τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας- γίνεται πραγματικότητα. 

Παράλληλα, επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να ολοκληρώσει το αφήγημα της «καθαρής εξόδου» στις αγορές, προχωρώντας –επιτέλους- στην έκδοση του πενταετούς ομολόγου. Ήδη οι προετοιμασίες από την πλευρά του οικονομικού επιτελείου είναι πυρετώδεις και είναι εξαιρετικά πιθανό ακόμα και στην προσεχή εβδομάδα να ανοίξει το βιβλίο των προσφορών. Εδώ το «στοίχημα» της κυβέρνησης είναι διπλό: αφενός να εξασφαλίσει ανταγωνιστικό κόστος χρήματος –και σίγουρα χαμηλότερο από αυτό της περιόδου Σαμαρά- και ταυτόχρονα μεγάλη υπερκάλυψη της προσφοράς. Σύμμαχός της σε αυτό είναι το «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιουργείται λόγω της σχετικής ηρεμίας που επικρατεί στις αγορές αλλά και του επενδυτικού ενδιαφέροντος για ομόλογα του ευρωπαϊκού νότου.

Τα «αγκάθια»

Η επιχείρηση αλλαγής ατζέντας δεν είναι όμως στρωμένη με ροδοπέταλα. Αφενός οι θεσμοί κατά την πρόσφατη επίσκεψή τους στη χώρα μας έσπευσαν να «σφίξουν τα λουριά» στην κυβέρνηση, υπενθυμίζοντας την ανάγκη για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και αφετέρου η Δαμόκλειος Σπάθη των κόκκινων δανείων συνεχίζει να πλανάται πάνω από το τραπεζικό σύστημα.

Χαρακτηριστικές είναι οι πιέσεις που δέχθηκε και δέχεται η κυβέρνηση στο θέμα του κατώτατου μισθού. Γιατί, μπορεί οι θεσμοί να έδωσαν το «πράσινο φως» για την αύξηση, άφησαν όμως πολλούς αστερίσκους που αφορούν το ύψος των χρημάτων αλλά και τις επιπτώσεις στην οικονομία και την αγορά εργασίας.
Όσο για τη συνέχεια του Νόμου Κατσέλη και την προστασία των δανειοληπτών, εκεί φαίνεται πως η κόντρα ανάμεσα σε κυβέρνηση, θεσμούς και τραπεζίτες καλά κρατεί με μήλο της Έριδος το ελάχιστο όριο προστασίας. Η κυβέρνηση θέλει ο πήχης να παραμείνει κοντά στα 200.000 ευρώ ενώ θεσμοί και τράπεζες θα ήθελαν «μαχαίρι» ακόμη και στο μισό. 

Τέλος, ο ελέφαντας στο δωμάτιο δεν είναι άλλος από τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών. Όπως φαίνεται τόσο η πρόταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας όσο και αυτή της Τράπεζας της Ελλάδος θα τεθούν στο οπλοστάσιο των τραπεζών, όμως η λύση του προβλήματος απέχει πολύ ακόμη. Και, όπως αναφέρουν στελέχη της αγοράς, όσο οι τράπεζες παραμένουν «στο γύψο», η όποια προσπάθεια από την κυβέρνηση να «γυρίσει» την οικονομία είναι καταδικασμένη να αποτύχει.