Μπορεί ένας δογματικός να μετατραπεί σε φιλελεύθερο, σοσιαλδημοκράτη, προοδευτικό; Βεβαίως και μπορεί. Έχει γίνει πολλές φορές. Ας θυμηθούμε μόνο τους Άρθουρ Καίσλερ και Βασίλι Γκρόσμαν ή ακόμη και τον Αντρέ Μαλρό ή τον Χόρχε Σεμπρούν. Μόνο που αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί όπως έγινε η μεταστροφή του διώκτη των χριστιανών Σαούλ σε απόστολο Παύλο. Δεν υπάρχει επιφοίτηση φιλελευθερισμού και  προόδου.

Είναι εύκολο να είσαι δογματικός, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες γνώσεις. Μόνο πίστη και φανατισμό χρειάζεται. Για να είσαι όμως φιλελεύθερος και προοδευτικός δημοκράτης χρειάζεται νέες παραστάσεις, νέες εμπειρίες και προπάντων γνώσεις. Δεν υποστηρίζω ότι μόνο επιστήμονες και διανοούμενοι μπορούν να είναι φιλελεύθεροι, αλλά όσο να’ ναι ένα βαρύτερο φορτίο γνωσεακών και ιδεολογικών αποσκευών χρειάζεται. Αν δεν επιδιώκεις να διαβάζεις και να μαθαίνεις για τα νέα σου πιστεύω, τότε παραμένεις δογματικός. Δεν είσαι πλέον για παράδειγμα σταλινικός δογματικός, αλλά παραμένεις δογματικός.  

Ας το δούμε αυτό σε τρία σημεία. Το πρώτο αφορά την περίφημη συζήτηση περί προοδευτικού συντάγματος, το δεύτερο τη συζήτηση για τον χωρισμό κράτους εκκλησίας και το τρίτο την πρόταση για περιορισμό των θητειών της κοινοβουλευτικής παρουσίας.

Και τα τρία αιτήματα θεωρούνται προοδευτικά. Είναι;

Πρώτον. Ο δια της επιφοιτήσεως προοδευτικός θεωρεί το αίτημα για προοδευτικό σύνταγμα ως κάτι το αυτονόητο. Όμως, για τον εν γνώσει προοδευτικό και φιλελεύθερο, το αίτημα για «προοδευτικό» σύνταγμα είναι αντιδημοκρατικό. Αφού  από όλα τα υπάρχοντα δόγματα σε μια κοινωνία διαλέγει ένα, ώστε να το καταστήσει κυρίαρχο μέσω του συντάγματος. Σαν την κυρίαρχη θρησκεία. Προοδευτικός είναι εκείνος που δεν επιθυμεί να επιβάλλει σε κανένα τη δική του αντίληψη για την πρόοδο μέσω της καταναγκαστικής εξουσίας που απορρέει από ένα Σύνταγμα.

Τα συντάγματα αποτελούν κάτι σαν το κοινό νόμισμα όλων των εύλογων δογμάτων που υπάρχουν σε μια κοινωνία. Γι’ αυτό το λόγο αυτά δεν πρέπει να διέπονται από κανένα  δόγμα, είτε είναι αυτό της προόδου, της συντήρησης, της θρησκείας ή οποιασδήποτε άλλης  αρχής. Τα συντάγματα οφείλουν να εγγυώνται τη συνεννόηση, την «επάλληλη συναίνεση» μεταξύ όλων όλοι όσοι συμμετέχουν σε μια κοινωνία, ανεξαρτήτως των ατομικών τους αξιών.

Η λογική του «προοδευτικού» συντάγματος καταλήγει ότι σ’ αυτό πρέπει να υπάρχουν δεσμευτικά άρθρα για θέματα όπως είναι οι θετικές διακρίσεις, οι εθελοντικές οργανώσεις, η πώληση οργάνων του σώματος, η ευθανασία, η ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, οι γάμοι των ομοφυλοφίλων, οι εκτρώσεις, η χρήση των βλαστοκυττάρων, η επιβαλλόμενη αιμοδοσία σε ανθρώπους που η θρησκεία τους δεν τους επιτρέπει τη μετάγγιση αίματος κλπ. Αυτό όμως δεν είναι προοδευτικό.

Εξηγούμαι για να μη παρεξηγηθώ. Βεβαίως ο προοδευτικός και ο φιλελεύθερος έχουν θέσεις για τα παραπάνω. Αν θέλουν όμως να είναι τέτοιοι πραγματικά, δεν πρέπει να επιδιώκουν οι απαντήσεις τους να γίνουν συνταγματικός νόμος. Στις αντιπροσωπευτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες υπάρχει η νομοθετική και η δικαστική εξουσία που καλούνται να λύσουν τις διαφωνίες των ατόμων για τις αξίες τους. Και καλούνται να τις λύσουν με τέτοιο τρόπο που κανείς να μην είναι δυσαρεστημένος. Και αν κάποιος είναι, να μην υπάρχει κανένα συνταγματικό κώλυμα που θα του απαγορεύει να προσφύγει σε ανώτερα δικαστικά όργανα.  

Στο δεύτερο θέμα που αφορά τον διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας, τα πράγματα είναι  διαφορετικά, αλλά το ίδιο σύνθετα. Σ’ ένα σύγχρονο κράτος δεν νοείται σύνταγμα που εγγυάται την κυριαρχία κανενός πολιτικού δόγματος, όπως ήδη αναφέρθηκε, αλλά και καμιάς θρησκείας. Το νεωτερικό κράτος εγγυάται την ανεξιθρησκία. Δεν πρέπει όμως στο όνομα αυτής του της εγγύησης να επιβάλλει στους πολίτες του την εκκοσμίκευση του ως κρατική θρησκεία, όπως φοβάμαι συμβαίνει πολλές φορές στη Γαλλία.

Αυτό σημαίνει ότι ο οποιοσδήποτε αναγκαίος και προοδευτικός διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα, τις αξίες και τα βιώματα των δυο πλευρών. Να το κάνει με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η αυτόνομη λειτουργία της εκκλησίας (ίσως και μέσω της εθελοντικής φορολόγησης των πιστών), χωρίς αυτή να έχει την ανάγκη του κράτους. Με τέτοιο τρόπο ώστε και οι δυο πλευρές να αισθάνονται ότι μετέχουν σε ένα  συναινετικό συμβόλαιο. Και αυτό δύσκολο είναι. Αλλά ποιός είπε ότι ο φιλελευθερισμός και η πρόοδος είναι εύκολα πράγματα;

Και τρίτον. Η πρόταση για θητείες των βουλευτών (δεν μιλώ για τους υπουργούς που δεν εκλέγονται, αλλά επιλέγονται από τον εκάστοτε Πρωθυπουργό) θεωρείται ως αυτονόητη προοδευτική πρόταση που εγγυάται την απαραίτητη και αναγκαία ανανέωση του πολιτικού μας συστήματος. Στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όμως δεν μπορεί να αποφασίζεται με βάση χρονικά όρια, ποιοι θα συνεχίσουν να είναι υποψήφιοι και ποιοι όχι. Ονομάζονται και είναι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, επειδή το μόνο φίλτρο επιλογής σ’ αυτές είναι οι ψηφοφόροι. Κανείς άλλος. Πολιτικός φιλελευθερισμός με θητείες είναι κάτι σαν ζαχαρωμένο φαγητό ή αλατισμένο γλυκό.

Ναι χρειάζεται να ανανεωθεί το πολιτικό προσωπικό, να έρθουν νέες γενιές σ’ αυτό, να περιοριστούν τα πολιτικά και τα οικονομικά τζάκια. Αλλά ο τρόπος δεν βρίσκεται στις θητείες. Ο τρόπος βρίσκεται στη δημιουργία ενός πολιτικού συστήματος που θα διευκολύνει τον περιορισμό του πλούτου και των τζακιών με δικλείδες που θα ελέγχονται από Ανεξάρτητες Αρχές. Ένα πολιτικό σύστημα που θα εγγυάται την ουσιαστική συμμετοχή, την ισότητα της ψήφου, την πλήρη ενημέρωση, τον τελικό έλεγχο όσον αφορά την πολιτική ατζέντα και τον βαθμό ενσωμάτωσης του κάθε πολίτη σ’ αυτήν. Και αυτό θα το εξασφαλίσει μόνο η λειτουργία πολυτασικών δημοκρατικών κομμάτων, η διαφωνία εντός των οποίων δεν θα ονομάζεται «εσωστρέφεια»,  αλλά δημοκρατικός διάλογος. Αυτό  που πραγματικά είναι οι διαφωνίες.

Τέλος, όταν κανείς διαφωνεί με τις προτάσεις Τσίπρα για προοδευτικό σύνταγμα τον αποθεώνουν, επειδή δήθεν έτσι δεν γίνεται «χρήσιμος ηλίθιος». Όταν πάλι ο ίδιος υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται μια συνταγματική αναθεώρηση, εδώ και τώρα, όχι όμως σαν αυτή που ευαγγελίζεται ο κ. Τσίπρας, τότε τον χαρακτηρίζουν «τσιράκι» του Πρωθυπουργού. Γι’ αυτό μιλάω για προοδευτικούς και φιλελεύθερους σε «συνταγματική» απόγνωση.