Η ΔΕΗ θα βρεθεί στο επίκεντρο της συνάντηση που θα έχει την Πέμπτη ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κωστής Χατζηδάκης με ανώτατα τεχνικά κλιμάκια των Θεσμών. 

Η αποεπένδυση και το άνοιγμα της αγοράς ενέργειας αποτελούν έναν μόνιμο πλέον πονοκέφαλο για την ηγεσία του υπουργείου η οποία θεωρεί ότι η πώληση θεωρείται το πιο επείγον ζήτημα το οποίο όπως εκτιμούν πηγές του υπουργείου «ευκταίο είναι να λυθεί σύντομα, αλλά δεν μπορεί να βρεθεί μια λύση πολύ άμεσα».

Το υπουργείο έχει ήδη παραλάβει τις προτάσεις της ΔΕΗ οι οποίες αφορούν σε μέτρα εξυγίανσης της επιχείρησης και στη δρομολόγηση μιας διαφορετικής αποεπένδυσης, η οποία σύμφωνα με εκτιμήσεις της σημερινής διοίκησης της επιχείρησης μπορεί να επιφέρει θετικά αποτελέσματα. Αυτή αφορά στην πώληση του 51% συν το management, ενώ το υπουργείο διερευνά τη διαδικασία με την οποία θα μπορούσαν να αποδοθούν στη ΔΕΗ τα ΥΚΩ του 2011 (δεν έχει ληφθεί απόφαση αν αυτά θα βγουν από τον κρατικό υπολογισμό ή αν θα επιβαρύνουν τους καταναλωτές). Για αυτά υπάρχει απόφαση για τα 195 εκατ. ευρώ ενώ η διοίκηση της ΔΕΗ απαιτεί 350 εκατ. ευρώ (από τα 685 εκατ. ευρώ). 

Στο μεταξύ από το ΔΣ της ΔΕΗ περνάει σήμερα και η νέα ανάθεση για τα ληξιπρόθεσμα στην Qualco, η οποία εγκρίθηκε πριν από δύο ημέρες ενώ η διοίκηση της ΔΕΗ έχει θέσει και το θέμα των καταναλωτών οι οποίοι έχουν υπαχθεί στην Καθολική Υπηρεσία οι οποίοι είναι πάνω από 200.000, δεν αλλάζουν πάροχο, δεν πληρώνουν αλλά εξακολουθούν να έχουν ρεύμα. Τέτοιοι πελάτες μπορεί να παραμένουν σε αυτό το καθεστώς ακόμη και για δύο ή τρία χρόνια. 

Η ΔΕΗ προσβλέπει και στην τιτλοποίηση η οποία θα πραγματοποιηθεί στα τέλη Αυγούστου, κάτι το οποίο σίγουρα δεν θα μπορέσει να αποδώσει άμεσα καρπούς ούτε να καλύψει τη μεγάλη τρύπα των χρεών προς την επιχείρηση τα οποία φθάνουν τα 2,7 δισ.

Η αποεπένδυση και τα υδροηλεκτικά

Μιλώντας στο συνέδριο του Εconomist, ο αντιπρόεδρος της ΔΕΗ, Γιώργος Ανδριώτης, μετέφερε την πρόταση να πωληθεί το 51% της επιχείρησης μαζί με το management. Έτσι θεωρεί ότι θα μπορούσε να προχωρήσει η αποεπένδυση ενώ «θα έδινε στην εγχώρια βιομηχανία να επιλύσει το πρόβλημα ενεργειακού κόστους». Τέλος, η τωρινή διοίκηση της επιχείρησης εξακολουθεί να είναι αντίθετη στην πώληση υδροηλεκτρικών. «Το μείγμα με υδροηλεκτρικά θα μηδενίσει την αξία των λιγνιτικών μονάδων και θα περιορίσει τον ανταγωνισμό. Τα υδροηλεκτρικά  αντιστοιχούν μόνο στο 2% της αγοράς ενώ οι ανταγωνιστές έχουν αυτή τη στιγμή το 15% μέσω NOME και η αγορά δεν ανοίγει», υπογράμμισε.

Σημειώνεται ότι τα κέρδη από τα υδροηλεκτρικά κυμαίνονται στα 90 εκατ. το χρόνο και όπως εκτιμά η διοίκηση της επιχείρησης, αν πωληθούν και αυτά, τότε θα είναι λίγοι οι παίχτες που θα δραστηριοποιηθούν, κάτι που θα δημιουργήσει πρόβλημα στη λειτουργία της αγοράς.