Απαισιόδοξα εμφανίζονται τα ανώτατα στελέχη των επιχειρήσεων για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας τους επόμενους 12 μήνες, καθώς η αναδιοργάνωση της κινεζικής οικονομίας, η πτώση της τιμής του αργού πετρελαίου και οι ανησυχίες για τη γεωπολιτική ασφάλεια ενισχύουν την αβεβαιότητα που επικρατεί για τις προοπτικές ανάπτυξης.

Τα δύο τρίτα των διευθύνοντων συμβούλων (66%) βλέπουν περισσότερες απειλές για τις επιχειρήσεις τους σε σύγκριση με τρία χρόνια πριν. Μόλις το ένα τέταρτο αυτών (27%) πιστεύουν ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα βελτιωθεί μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ποσοστό που αντιστοιχεί σε μια πτώση 10 μονάδων σε σχέση με πέρυσι.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της Ετήσιας Παγκόσμιας Έρευνας της PwC για τους Διευθύνοντες Συμβούλους, 19th Annual Global CEO Survey: Redefining business success in a changing world, μόλις πάνω από το ένα τρίτο αυτών (35%) δηλώνουν αισιόδοξοι για την πορεία της εταιρείας τους την ερχόμενη χρονιά, 4 μονάδες κάτω σε σχέση με πέρυσι (39%) και ακόμη μια μονάδα κάτω από το 2013.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, μόλις πάνω από το ένα τέταρτο (27%) των διευθύνοντων συμβούλων πιστεύει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα σημειώσει άνοδο στους επόμενους 12 μήνες, σε σύγκριση με το 37% της περασμένης χρονιάς, ενώ το 23% πιστεύει ότι θα χειροτερεύσει (2015: 17%).

Ο βαθμός αισιοδοξίας των Βορειοαμερικανών διευθύνοντων συμβούλων είναι μισός (16%) σε σχέση με αυτόν που έχει καταγραφεί στις πιο αισιόδοξες περιοχές (Δυτική Ευρώπη 33% και Μέση Ανατολή 34%). Περίπου το ένα τρίτο των Κινέζων διευθύνοντων συμβούλων (33%) πιστεύουν ότι η οικονομική ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί το 2016.

Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 1.400 διευθύνοντες σύμβουλοι, παρουσιάστηκε στην έναρξη της ετήσιας συνάντησης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ που πραγματοποιείται στο Νταβός της Ελβετίας.

Η αισιοδοξία των CEO για την αύξηση των εσόδων μειώνεται

Η αισιοδοξία των διευθύνοντων συμβούλων για την αύξηση των εσόδων των επιχειρήσεών τους για τους επόμενους 12 μήνες έχει επίσης σημειώσει πτώση (35% «πολύ αισιόδοξοι» έναντι 39% πέρυσι). Απέναντι σε αυτό το κύμα απαισιοδοξίας, οι διευθύνοντες σύμβουλοι στην Ινδία (64%), την Ισπανία (54%) και τη Ρουμανία (50%) ξεχωρίζουν ως πιο αισιόδοξοι. Τη μεγαλύτερη ανατροπή παρουσιάζει η Ταϊβάν, όπου μόνο το 19% των ερωτηθέντων δηλώνουν αισιόδοξοι για τη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη των εταιρειών τους, από 65% που ήταν τον προηγούμενο χρόνο, σημειώνοντας μια εντυπωσιακή βουτιά 46 μονάδων. Η Ελβετία έχει τον χαμηλότερο δείκτη αισιοδοξίας με μόλις το 16% των Ελβετών διευθύνοντων συμβούλων να δηλώνουν πολύ αισιόδοξοι για αύξηση των εσόδων τους σε σύγκριση με το 24% του 2015. Η αισιοδοξία για αύξηση των εσόδων είναι μειωμένη σε σχέση με πέρυσι και σε όλες σχεδόν τις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη: Κίνα 24% (2015: 36%), Ηνωμένες Πολιτείες 33% (2015: 46%), Ηνωμένο Βασίλειο 33% (2015: 39%) και Γερμανία 28% (2015: 35%). Ιταλία 20% (2015: 20%) και Ιαπωνία 28% (2015: 27%) παρέμειναν στάσιμες. Μόνο η Ρωσία ξεφεύγει από αυτήν την τάση με την αισιοδοξία να αυξάνεται σε 26% από το ιδιαίτερα χαμηλό περσινό 16%. Κοιτάζοντας τις προοπτικές επενδύσεων, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο συνεχίζουν να θεωρούνται από τους διευθύνοντες συμβούλους ως οι σημαντικότερες οικονομίες για ανάπτυξη μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Το Μεξικό και τα ΗΑΕ κατάφεραν να εισχωρήσουν στην πρώτη 10αδα από την οποία αποχώρησαν η Ινδονησία και η Αυστραλία.

Οι διευθύνοντες σύμβουλοι αναγνωρίζουν περισσότερους κινδύνους

Δεδομένων των αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων, τα δύο τρίτα των διευθύνοντων συμβούλων (66%) αναγνωρίζουν περισσότερες απειλές για τις επιχειρήσεις τους σήμερα από ότι πριν 3 χρόνια. Όπως συμβαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια, το φάσμα των κινδύνων που πηγάζουν από το υπερβολικά παρεμβατικό ρυθμιστικό περιβάλλον αναδεικνύεται ως η σημαντικότερη απειλή για τις προοπτικές ανάπτυξης, με το 79% των διευθύνοντων συμβούλων να συγκλίνουν σε αυτό –για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά οι ανησυχίες για το ρυθμιστικό περιβάλλον έχουν αυξηθεί. Όμως, η γεωπολιτική αβεβαιότητα έχει σκαρφαλώσει από την τέταρτη θέση που καταλάμβανε πέρυσι στη λίστα των θεμάτων που απασχολούν τους διευθύνοντες συμβούλους στη δεύτερη φέτος σύμφωνα με το 74% των επιχειρηματικών ηγετών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ανησυχία για τη διαθεσιμότητα κρίσιμων δεξιοτήτων να έχει πέσει από τη δεύτερη στην τέταρτη θέση, συνεχίζει όμως να απασχολεί σχεδόν τα τρία τέταρτα των διευθύνοντων συμβούλων (72%). Η αστάθεια των συναλλαγματικών ισοτιμιών καταλαμβάνει την τρίτη θέση στη λίστα των θεμάτων που προβληματίζουν τους διευθύνοντες συμβούλους (73%). Η κυβερνοασφάλεια εξακολουθεί να απασχολεί το 61% αυτών, η οποία απειλεί τόσο τα εθνικά όσο και τα εμπορικά συμφέροντα. Ο προβληματισμός είναι εντονότερος μεταξύ των CEO στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και το 3 από 6 Ηνωμένο Βασίλειο (74%+) και συγκεκριμένα στους κλάδους των τραπεζών, της τεχνολογίας και των ασφαλειών.

Δεξιότητες και προσλήψεις

Σχεδόν οι μισοί (48%) διευθύνοντες σύμβουλοι σκοπεύουν να αυξήσουν το προσωπικό τους μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ποσοστό που εμφανίζει μια μικρή μείωση σε σχέση με πέρυσι (50%). Η δραστηριότητα στον τομέα των προσλήψεων είναι μεγαλύτερη στην Ινδία (70%), στο Ηνωμένο Βασίλειο (66%) και την Κίνα (57%). Ο προβληματισμός όσον αφορά τη διαθεσιμότητα κρίσιμων δεξιοτήτων παραμένει μεγάλος (72%). Ορισμένοι κλάδοι χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλό βαθμό ανησυχίας, με πρώτους τον κλάδο επικοινωνίας και ψυχαγωγίας και τον κλάδο τεχνολογίας, ενώ σε αυτήν την ομάδα συγκαταλέγονται και κλάδοι που παραδοσιακά συνδέονται με δεξιότητες των θετικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών (ΕΤΜΜ) συμπεριλαμβανομένων της βιομηχανίας, του φαρμακευτικού κλάδου και των επιστημών υγείας.

Από γεωγραφικής άποψης, η ανησυχία είναι πιο έντονη στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού (81%), Μέσης Ανατολής (83%) και Αφρικής (86%) και πιο ήπια στη Δυτική Ευρώπη (59%).

Σχεδόν οι μισοί διευθύνοντες σύμβουλοι δήλωσαν ότι είναι σε διαδικασία αλλαγής του τρόπου με τον οποίο επανδρώνουν τις ηγετικές θέσεις (49%), αποδεικνύοντας ότι οι επιχειρηματικοί ηγέτες αναγνωρίζουν τη διευρυμένη γκάμα δεξιοτήτων που θα χρειαστεί η επόμενη γενιά ηγετών για να μπορέσει να αντιμετωπίσει ένα πιο σύνθετο περιβάλλον που θα περιλαμβάνει τεχνολογία, ευρύτερες απειλές και προσδοκίες των διαφόρων ενδιαφερόμενων φορέων από τους οργανισμούς τους. Αντανακλώντας, ενδεχομένως, τον τρόπο με τον οποίο οι διευθύνοντες σύμβουλοι αντιμετωπίζουν τις προσδοκίες των ενδιαφερόμενων μερών αλλά και τα θέματα επιχειρηματικής εμπιστοσύνης, το 41% αυτών δήλωσε ότι δίνει έμφαση στην εργασιακή κουλτούρα και τις συμπεριφορές.

Κυβερνήσεις & επιχειρηματικότητα

Σύμφωνα με πάνω από τους μισούς διευθύνοντες συμβούλους (56%) πρώτη προτεραιότητα των κυβερνήσεων πρέπει να είναι ένα διαφανές και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, ενώ ακολουθούν το ικανό, καταρτισμένο και ευέλικτο εργατικό δυναμικό (53%) και οι υποδομές (50%), υλικές και ψηφιακές.

Παρ’ όλα αυτά, οι διευθύνοντες σύμβουλοι έχουν την τάση να δίνουν χαμηλή βαθμολογία στις κυβερνήσεις – ιδιαίτερα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος και την εισοδηματική ισότητα. Τα δύο τρία (67%) αυτών θεωρούν το σταθερό φορολογικό σύστημα πιο σημαντικό και από τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.

Περίπου το ένα τρίτο αυτών (33%) θεωρεί ότι οι κυβερνήσεις δεν καταφέρνουν να προστατεύουν αποτελεσματικά τα προσωπικά δεδομένα (26% δηλώνει το αντίθετο), με την Κίνα (46%), τις ΗΠΑ (60%), τη Βραζιλία (72%) και την Αργεντινή (52%) να εκφράζουν τις μεγαλύτερες ανησυχίες.

Τεχνολογία

Η έρευνα υπογραμμίζει τον ρόλο της τεχνολογίας στην επιχειρηματικότητα με στόχο την αλλαγή και την καλύτερη κατανόηση των πελατών και των υπόλοιπων ενδιαφερόμενων μερών. Εννιά στους δέκα (90%) διευθύνοντες συμβούλους δήλωσαν ότι αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να αξιολογήσουν τις προσδοκίες των πελατών και των λοιπών ενδιαφερόμενων μερών και να ανταποκριθούν σε αυτές. Οι μεγαλύτερες αλλαγές καταγράφονται σε κλάδους στους οποίους παραδοσιακά οι προσδοκίες των πελατών από τις υπηρεσίες είναι υψηλές, συμπεριλαμβανομένων του κλάδου τραπεζών και κεφαλαιαγορών (90%), του ασφαλιστικού κλάδου (95%), του κλάδου φιλοξενίας και αναψυχής (94%) και του κλάδου υγείας (93%). Πάνω από τα τρία τέταρτα, συνολικά, 4 από 6 των ερωτηθέντων (77%) πιστεύουν ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα θα έχουν μεταλλάξει τις προσδοκίες από τις εταιρείες στα επόμενα πέντε χρόνια.

Τα δεδομένα και τα εργαλεία ανάλυσης και τα συστήματα διαχείρισης πελατειακών σχέσεων (CRM) θεωρείται ότι αποδίδουν το μεγαλύτερο όφελος όσον αφορά τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών. Ακολουθούν η Ε&Α και η καινοτομία, που αναφέρονται από το 53% των διευθύνοντων συμβούλων, με τους συμμετέχοντες από την Ταϊβάν (76%), τη Βραζιλία (72%), τη Γαλλία (71%) και τη Γερμανία (67%) να τις ιεραρχούν υψηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Εσωτερικά, ωστόσο, η τεχνολογία και οι αναλύσεις δεδομένων έχουν κι άλλες δυνατότητες που δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί. Στον τομέα διαχείρισης στελεχών, μόνο το 4% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι χρησιμοποιεί προγνωστικές αναλύσεις εργατικού δυναμικού, ενώ το 16% δήλωσε ότι τις χρησιμοποιεί με έμφαση στην παραγωγικότητα. Ανησυχίες για την ταχύτητα της τεχνολογικής αλλαγής ως απειλής για τις προοπτικές ανάπτυξης εκφράζονται ιδιαίτερα έντονα στον τραπεζικό κλάδο και τις κεφαλαιαγορές (81%), 20 μονάδες πάνω από τον παγκόσμιο μέσο (61%), και ακολουθούν οι κλάδοι ΜΜΕ & ψυχαγωγίας (79%) και τεχνολογίας (66%) – που αντανακλώνται στις ανησυχίες των διευθύνοντων συμβούλων για τις δεξιότητες σε αυτούς τους κλάδους.

Εμπιστοσύνη και σκοπός

Η φετινή μελέτη εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι διευθύνοντες σύμβουλοι προετοιμάζονται για να ανταποκριθούν στις μεταβαλλόμενες προσδοκίες που έχουν οι πελάτες και η ευρύτερη ομάδα ενδιαφερόμενων φορέων από τις εταιρείες τους. Το 59% των διευθύνοντων συμβούλων δηλώνουν ότι οι επιχειρήσεις χρειάζεται να κάνουν περισσότερα για να γνωστοποιήσουν τον σκοπό και τις αξίες τους.

Η εμπιστοσύνη αποτελεί σίγουρα ένα θέμα, καθώς οι διευθύνοντες σύμβουλοι αξιολογούν τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των ενδιαφερόμενων μερών. Περισσότεροι από τους μισούς (55%) διευθύνοντες συμβούλους ανησυχούν για την έλλειψη εμπιστοσύνης στις επιχειρήσεις, σε σύγκριση με το 37% που είχε καταγραφεί μόλις τρία χρόνια πριν. Όμως, υπάρχουν παράγοντες που εμποδίζουν την εξυπηρέτηση αυτών των μεταβαλλόμενων προσδοκιών. Πολλοί διευθύνοντες σύμβουλοι (45%) δήλωσαν ότι το επιπλέον κόστος τους αποτρέπει να αναλάβουν δράση ώστε να ανταποκριθούν στις μεγαλύτερες προσδοκίες.

Πρότυπα και κανονισμοί που περιέχουν ασάφειες και αντιφάσεις, που αναφέρθηκαν από το 42% των διευθύνοντων συμβούλων, αποτελούν επίσης σημαντικό εμπόδιο. Πάνω από τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων (77%) πιστεύουν ότι σε πέντε χρόνια από τώρα τα τεχνολογικά επιτεύγματα θα έχουν μεταλλάξει τις προσδοκίες από τις εταιρείες όσον αφορά την επικοινωνία, την πληροφόρηση, τις επενδύσεις και τον σχεδιασμό.

Επιπλέον, το 71% των διευθύνοντων συμβούλων πιστεύει ότι σε πέντε χρόνια από σήμερα, οι επιτυχημένες εταιρείες θα λειτουργούν για έναν σκοπό που θα επικεντρώνεται στη δημιουργία αξίας για μια ευρύτερη ομάδα ενδιαφερόμενων μερών. Το 87% δήλωσε ότι οι εταιρείες θα δώσουν προτεραιότητα στη μακροπρόθεσμη έναντι της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας. Σε γενικές γραμμές υποστηρίζουν ότι στους επιτυχημένους οργανισμούς οι ανάγκες πελατών και λοιπών ενδιαφερόμενων φορέων θα είναι πιο σημαντικές από αυτές των μετόχων.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Πρόεδρος της PwC Dennis M. Nally δήλωσε: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αισιοδοξία των επιχειρηματιών-ηγετών για τις προοπτικές ανάπτυξης τόσο της παγκόσμιας οικονομίας όσο και της ίδιας τους της εταιρείας έχει υποστεί πλήγμα. Ανεξαρτήτως μεγέθους επιχείρησης, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι όλο και πιο σύνθετοι, συνδυάζοντας γεωπολιτική, ρυθμιστικό πλαίσιο, κυβερνοασφάλεια, κοινωνική ανάπτυξη, κοινωνία και φήμη. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι αντιμετωπίζουν ένα νέο φάσμα κινδύνων που απειλούν τόσο τα εθνικά όσο και τα εμπορικά συμφέροντα. Οι δυσοίωνες προοπτικές για τη χρονιά που έρχεται ενισχύονται και από το γεγονός ότι για άλλη μια φορά οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο χαρακτηρίζονται ως οι σημαντικότερες οικονομίες για ανάπτυξη. Το γεγονός ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι εξακολουθούν να αναδεικνύουν αυτά τα ασφαλή καταφύγια υπογραμμίζει τη γενικότερη αβεβαιότητα που επικρατεί για το ποια οικονομία θα μπορέσει να επιτύχει πραγματική ανάπτυξη σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα».