Το ετήσιο κόστος εργασίας ανά μισθωτό κατά μέσο όρο στο σύνολο της οικονομίας ανέρχεται σε 22,1 χιλ. ευρώ, ενώ στο στενό δημόσιο τομέα (δημόσια διοίκηση, άμυνα και κοινωνική ασφάλιση) καταγράφεται μέσος μισθός 30,3 χιλ. ευρώ. Δηλαδή, όπως σχολιάζει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο οικονομικό του δελτίο, σημαντικά υψηλότερος του μέσου όρου, αλλά και υψηλότερος σχεδόν του μέσου μισθού σε όλη τη βάση της παραγωγικής οικονομίας, περιλαμβανομένης και της μεταποίησης. Οι μόνοι κλάδοι με υψηλότερους μισθούς είναι κλάδοι έντασης κεφαλαίου, υψηλής συγκέντρωσης και κλάδοι όπου το δημόσιο ασκεί μεγάλη επιρροή (ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, κλπ).

Ο Σύνδεσμος τονίζει ότι ο μετασχηματισμός της ελληνικής παραγωγικής βάσης δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη, αντίθετα «είναι τόσες οι στρεβλώσεις του παραγωγικού προτύπου που θα περάσουν γενιές, και αυτό μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα γίνουν όλες οι επιδιωκόμενες διαρθρωτικές αλλαγές των μνημονίων και δεν θα υπάρξει οπισθοδρόμηση».

Εκτιμά, ωστόσο ότι η αναδιάρθρωση των φθινόντων κλάδων τα επόμενα χρόνια αναμένεται να επιταχυνθεί στο πλαίσιο και της αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων από το τραπεζικό σύστημα, με τα θεσμικά εργαλεία που είναι πλέον διαθέσιμα, μετά και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. «Το τραπεζικό σύστημα, αναφέρει, είναι όσο υγιές όσο είναι οι πελάτες του. Συνεπώς, η αναδιάρθρωση κλάδων χαμηλής προστιθέμενης αξίας είναι μονόδρομος, για να μπορέσει το τραπεζικό σύστημα να χρηματοδοτήσει τους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας που δημιουργούν απασχόληση και εισοδήματα».

Η επίδοση της οικονομίας, σε όλα τα επίπεδα όπως εξαγωγών, κύκλου εργασιών βιομηχανίας και τιμών συνεχίζει να δείχνει μια σταδιακή αποδυνάμωση. Ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη είναι η υποχώρηση των εσόδων από εξαγωγές, τουρισμό και ναυτιλία καθώς οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων φαίνεται να αποθαρρύνουν την εισαγωγή συναλλάγματος από τις επιχειρήσεις με εξωστρεφή δραστηριότητα.

Ο κατασκευαστικός κλάδος παραδοσιακά συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη της χώρας. Οι προκλήσεις που έχει αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια, τόσο σε επίπεδο επενδύσεων εκτός κατοικιών όσο και με την κρίση της κτηματαγοράς, έχουν οδηγήσει όχι μόνο σε μια ιδιαίτερα μεγάλη υποχώρηση της απασχόλησης αλλά και σε μια στροφή των πιο οργανωμένων ομίλων προς το εξωτερικό.

Υπάρχουν όμως ιδιαίτερα σημαντικές ευκαιρίες για επενδύσεις τόσο στο χώρο των υποδομών όσο και στην ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος της χώρας, οι οποίες μάλιστα μπορεί να συμβάλλουν θετικά στην αύξηση της μη μισθολογικής ανταγωνιστικότητας της χώρας και στην μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης.

Η αξιοποίηση αυτών των ευκαιριών μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο υποστήριξης της οικονομικής ανάκαμψης, τονίζει ο ΣΕΒ.