Αντίθετη παραμένει η κυβέρνηση στην πώληση των κόκκινων δανείων σε funds όπως προέκυψε από τη χθεσινή σύσκεψη του Συμβουλίου Εποπτείας Τραπεζών στο υπουργείο Οικονομικών. Το θέμα αναμένεται να είναι από τα πρώτα που θα απασχολήσουν το νέο γύρο διαπραγματεύσεων των δανειστών με την κυβέρνηση από την προσεχή Δευτέρα και είναι ίσως το πιο σημαντικό για να κλείσει η αξιολόγηση.

Στη σύσκεψη που συμμετείχαν ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο Γιώργος Χουλιαράκης, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας και οι εκπρόσωποι του Δημοσίου στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών εξετάσθηκε σε βάθος το θέμα των κόκκινων δανείων για το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι η πώληση τους σε funds δεν θα δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα στους δανειολήπτες, καθώς ούτως ή άλλως θα εφαρμοστεί η ελληνική έννομη τάξη όπως εφαρμόζεται και με τις τράπεζες, ενώ θα έχει θετικά αποτελέσματα αφού θα φέρει κεφάλαια.

Ο κ. Στουρνάρας με την τοποθέτησή του αυτή προέβαλε την πάγια θέση της ΕΚΤ. Και αυτό που θέλει η ΕΚΤ έχει μεγάλη σημασία. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει μεγάλη εξάρτηση από τη χρηματοδότηση του Ευρωσυστήματος, δεδομένου ότι οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες είναι 132 δισ. ευρώ και τα δάνεια τους είναι 203 δισ. ευρώ , εκ των οποίων τα 108 δισ. ευρώ δεν εξυπηρετούνται.

Το κενό ρευστότητας των 71 δισ. ευρώ (δάνεια - καταθέσεις) καλύπτεται σήμερα από την παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) προς τις ελληνικές τράπεζες που διαμορφώνεται σε 71,3 δισ. ευρώ.

Η κατάσταση ρευστότητας των τραπεζών και ο μεγάλος όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων τις έχει καταστήσεις «φειδωλές» στις χορηγήσεις νέων δανείων, καθώς οι συνθήκες στην οικονομία , παρά τα capital controls, απαιτούν τη συνέχιση της απομόχλευσης των ισολογισμών τους.

Δεδομένου του ρίσκου χώρας, το οποίο αποτυπώνεται στην απόδοση του 10ετούς ομολόγου που σήμερα αγγίζει το 9%, τα επιτόκια δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων διαμορφώνονται έως και τέσσερις φορές πάνω από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά.

Το κόστος είναι δυσβάσταχτο κυρίως για τις επιχειρήσεις, που επιβαρύνονται με μέσα επιτόκια πάνω από 7% όταν ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη είναι στο επίπεδο του 1,5%. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο επιτόκιο δανεισμού για τις μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα μας διαμορφώνεται στο 5,2% όταν το αντίστοιχο επιτόκιο στην Ευρωζώνη ήταν 1,50%. Στις μικρότερες επιχειρήσεις το μέσο επιτόκιο δανεισμού διαμορφώνεται στο 6.1%, όταν το αντίστοιχο στην ευρωζώνη είναι 3%.

Η βασικότερη αιτία είναι οι υψηλές επισφάλειες του τραπεζικού συστήματος, που ανέρχονται σε 108 δισ. ευρώ (το 53% των δανείων των ελληνικών τραπεζών είναι κόκκινα δάνεια). Από αυτά:

- Τα 40 δισ. ευρώ είναι δάνεια μεγάλων επιχειρήσεων, ήτοι αφορούν σε δανειακές συμβάσεις που ήδη μπορούν να πουληθούν στη βάση του νομοθετικού πλαισίου που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2016.

-Τα 28 δισ. ευρώ των κόκκινων δανείων αφορούν σε στεγαστικά δάνεια και το 43% αυτών, δηλαδή 12 δισ. ευρώ αφορούν σε δάνεια πρώτης κατοικίας.

-Τα 20 δισ. ευρώ των κόκκινων δανείων αφορούν σε επιχειρηματικά δάνεια μικρομεσαίων επιχειρήσεων και το 60% αυτών, δηλαδή 12 δισ. ευρώ αφορούν σε δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ.

-Τα 10 δισ. ευρώ των κόκκινων δανείων αφορούν σε καταναλωτικά δάνεια, αυτά εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό µη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο σύνολο των δανείων, καθώς δεν εξυπηρετούνται σχεδόν 6 στα 10.

-Μη εξυπηρετούμενα δάνεια 10 δισ. ευρώ έχουν στο χαρτοφυλάκιο τους και οι «κακές τράπεζες» (ΑΤΕ Βank, FBB, Probank, Proton Bank, T-Bank, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και των συνεταιριστικών Αχαϊκή, Δωδεκανήσου, Ευβοίας, Λαμίας, Λέσβου-Λήμνου, Δυτικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου).