Τη σύγκληση έκτακτης Συνόδου Κορυφής για την Ελλάδα αναμένεται να αιτηθεί ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μετά το «ναυάγιο» ακύρωσης του Eurogroup της Μεγάλης Πέμπτης.

Oι πληροφορίες θέλουν τον πρωθυπουργό να σχεδιάζει επικοινωνία άμεσα – ίσως και την Τετάρτη – με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Donald Tusk, προκειμένου να του ζητήσει τη διεξαγωγή έκτακτης Συνόδου Κορυφής για το ελληνικό ζήτημα.

Είναι πλέον σαφές πως η κυβέρνηση προσβλέπει σε πολιτική παρέμβαση, προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση πριν από το Πάσχα. 

Σύμφωνα με πληροφορίες τα δύο αγκάθια που χωρίζουν την ελληνική πλευρά από τους δανειστές και κυρίως από το Διεθνές Νομισματικο Ταμείο, δύσκολα θα μπορέσουν να ξεπεραστούν στο επίπεδο των «τεχνοκρατών» που συσκέπτονται στο Hilton.

Σύμφωνα με πληροφορίες, μετά τη «συνθηκολόγηση» της ελληνικής κυβέρνησης και την υπαναχώρησή της στο ζήτημα της νομοθέτησης του τετάρτου μνημονίου, δηλαδή των έκτακτων μέτρων που θα εφαρμοστούν στην περίπτωση που καταγραφούν αποκλίσεις από τους στόχους του προγράμματος το 2017, το ΔΝΤ απαιτεί πρόσθετες διασφαλίσεις για δύο ζητήματα. Πρώτον, τον ρητό προσδιορισμό των μέτρων που θα τεθούν σε εφαρμογή και δεύτερον στον πλήρη αυτοματισμό του μηχανισμού εφαρμογής του πρόσθετου Μνημονίου.

Η πρόταση που έφερε στο τραπέζι των συζητήσεων ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος την Τρίτη το απόγευμα κρίθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, ασαφής και συνακόλουθα  ανεπαρκής. Και τούτο διότι η Κυβέρνηση, όπως αποτυπώθηκε και στο non paper που εξέδωσε το Μέγαρο Μαξίμου λίγο αργότερα, εμφανίζεται απρόθυμη να εξειδικεύσει μέχρι κεραίας - σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Τρόικας -  τα έξτρα μέτρα του «προληπτικού μνημονίου».

Επιπροσθέτως οι δανειστές ζητούν ολοένα και περισσότερες διασφαλίσεις, προκειμένου η χώρα να είναι δεσμευμένη πλήρως ότι θα λάβει τα μέτρα που θα συμφωνηθούν, ανεξάρτητα με το ποια θα είναι η Κυβέρνηση τη δεδομένη χρονική στιγμή. Οι δανειστές φαίνεται ότι απαιτούν να υπάρξει κάποιος «αυτοματισμός» στη διαδικασία λήψης των πρόσθετων μέτρων χωρίς στρεψοδικίες. 

Τα δύο αυτά κεντρικά ζητήματα, πέραν από μικροδιαφορές που οι δύο πλευρές έχουν σε επιμέρους ζητήματα, εκτιμάται ότι δεν μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς πολιτική παρέμβαση.