«Το Εθνικό Σύστημα Υγεία καταρρέει», η χώρα πάσχει από «αιμορραγία» επιστημόνων, τα «μεγάλα μυαλά» φεύγουν στο εξωτερικό. Αυτά είναι κάποια από τα μοτο που επικρατούν όταν δημοσιογράφοι, αναλυτές, εκπρόσωποι φορέων και πολιτικοί επιχειρούν να περιγράψουν την κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο της Υγείας. Πρόκειται για μία προσέγγιση, η οποία αν και περιγράφει κάποια από τα στοιχεία της ελληνικής παθογένειας, είναι μάλλον απλουστευτική ή ακόμα και άδικη.

Κανείς δεν αρνείται ότι το σύστημα Υγείας έχει πολλά τρωτά, τα οποία η οικονομική ύφεση κατέστησε ακόμη πιο εμφανή. Ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνικές δομές μαστίζουν μέχρι σήμερα, ιδίως, τις δημόσιες δομές υγείας. Ωστόσο, το εθνικό μας σύστημα υπερτερεί σε ορισμένα σημεία -όσο οξύμωρο και αν ακούγεται αυτό - έναντι άλλων τα οποία ισχύουν σε πιο αναπτυγμένες χώρες από ό,τι η Ελλάδα. Προσφέρει πλήρη και καθολική κάλυψη του πληθυσμού, ισότιμες παροχές και χρηματοδότηση και δίνει έμφαση στη νοσοκομειακή περίθαλψη.

Και όλα αυτά σίγουρα βρίσκονται σε αντιδιαστολή με το ισχύον σύστημα άλλων κρατών, όπως είναι για παράδειγμα το φιλελεύθερο σύστημα των ΗΠΑ, το οποίο βασίζεται στην ιδιωτική ασφάλιση με αποτέλεσμα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού να στερείται βασικών υπηρεσιών υγείας. Καθώς και το αντίστοιχο κάποιων δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, όπως του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο παρουσιάζει μεγάλους  χρόνους αναμονής και δυσκολίες πρόσβασης  σε εξειδικευμένους γιατρούς, αλλά και υψηλότατο ιδιωτικό κόστος υγείας.

Όμως, η Ελλάδα έχει έναν ακόμη «κρυμμένο θησαυρό»: το ανθρώπινο δυναμικό της. Και αυτό είναι κάτι το οποίο εκτιμάται δεόντως στο εξωτερικό όπου τα τελευταία χρόνια έχουν καταφύγει 12.500 γιατροί. Φυσικά, έχουμε άλλο ένα brain drain, πολλοί επιστήμονες επιλέγουν να αναζητήσουν την τύχη τους σε άλλες χώρες όπου προφανώς είναι πιο εύκολη η επαγγελματική ανέλιξη. Και η απόφασή τους αυτή είναι βεβαίως σεβαστή.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι που επιλέγουν να μείνουν στην Ελλάδα. Είμαστε «εμείς», οι γιατροί οι οποίοι έχουμε σημειώσει τις δικές μας μεγάλες νίκες, έχουμε αριστεύσει, έχουμε κάνει μεταπτυχιακές σπουδές έξω, έχουμε διδακτορικά και θεωρήσαμε ότι όλα αυτά πρέπει να τα «επενδύσουμε» στη χώρα μας. Και πρέπει να σημειωθεί ότι τα φαινόμενα του παρελθόντος που αδιαμφισβήτητα έρχονταν  να αντικρούσουν τη δέουσα ηθική και δεοντολογία που πρέπει να διέπει την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, σήμερα έχουν σημαντικά περιοριστεί, ενώ δε φαίνεται να πρεσβεύονται από τις νεότερες γενιές γιατρών. Η πλειοψηφία των  λειτουργών της υγείας σήμερα συναισθάνονται τον κοινωνικό τους ρόλο και στηρίζουν το δημόσιο (και το ιδιωτικό) σύστημα υγείας.

Και μην ξεχνάμε άλλωστε ότι βρισκόμαστε στον καιρό της διαδικτυακής φήμης και της δυνατότητας αξιολόγησης κάθε επαγγελματία ή λειτουργού, με τις «ανέντιμες» συμπεριφορές να στηλιτεύονται (και πολύ ορθώς).

Ας περάσει λοιπόν το μήνυμα ότι οι Έλληνες μπορούν και πρέπει να αισθάνονται πιο ασφαλείς και να συνειδητοποιήσουν ότι ο ανθρώπινος παράγοντας μπορεί να υπερισχύσει ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες οδηγώντας τα πράγματα σε ένα καλύτερο αύριο. 

Ο κ. Ιωάννης Κουτσουνάς είναι αριστούχος διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής Ιωαννίνων, ενώ έχει μετεκπαιδευτεί σε τεχνικές Προχωρημένης Ενδοσκόπησης Πεπτικού στο διεθνούς φήμης Παν/κό Νοσοκομείο John Radcliffe της Οξφόρδης στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως υπότροφος της Ελληνικής Γαστρεντερολογικής Εταιρείας. Έχει κάνει ξενόγλωσσες επιστημονικές δημοσιεύσεις (Journal of Histology & Histopathology, World Journal of Gastroenterology, Canadian Journal of Gastroenterology & Hepatology). Διαθέτει ιδιωτικό ιατρείο στην Αθήνα (Μουσών 1 & Κηφισίας, Ν. Φιλοθέη).