SHARE

Παπαστράτος: Η ιστορία της εταιρείας της χρονιάς

Γεννήθηκε στην προπολεμική Ελλάδα, κατάφερε να γίνει μια από τις πιο εμβληματικές ελληνικές βιομηχανίες, να κερδίσει τις διεθνείς αγορές και να κάνει γνωστά τα ελληνικά καπνά παγκοσμίως. Aπό το 2003 αποτελεί μέλος του ομίλου Phillip Morris, απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους και επενδύει μεγάλα ποσά δημιουργώντας προστιθέμενη αξία στην ελληνική οικονομία, ενώ πέρσι υλοποίησε επένδυση 350 εκατ. ευρώ για την παραγωγή νέων προϊόντων καπνού.

Ο λόγος για την Παπαστράτος – Philip Morris την εταιρεία που το κοινό του insider.gr ψήφισε ως εταιρεία της χρονιάς για το 2018, η οποία ακολουθεί εδώ και δεκαετίες μια επιτυχημένη πορεία μεταλαμπαδεύοντας από γενιά σε γενιά τη φράση του ιδρυτή της «να πιστεύεις σε κάτι, να έχεις κάποιο ιδανικό πέρα από την οικονομική επιτυχία».

«Θέλαμε να ιδρύσουμε στην Ελλάδα ένα πρότυπο εργοστάσιο σιγαρέττων που θέλαμε να αποτελέσει σταθμό στην εξέλιξη της καπνοβιομηχανίας στη χώρα μας» αναφέρει σχετικά ο Ευάγγελος Παπαστράτος στην αυτοβιογραφία του «Η Δουλειά και ο Κόπος της» και πράγματι χάρη στον εξαιρετικό συντονισμό, την σκληρή δουλειά και την διορατικότητα για το μέλλον τα κατάφερε τόσο αυτός όσο και οι συνεχιστές του.

Από τα εγκαίνια του πρώτου εργοστασίου που πραγματοποιήθηκαν στις 21 Μαΐου 1931, παρουσία του τότε πρωθυπουργού της χώρας, Ελευθέριου Βενιζέλου, μέχρι και τα εγκαίνια του 2018 όπου η μονάδα του Ασπροπύργου εκσυγχρονίστηκε για να παράγει αποκλειστικά τα νέα καπνικά προϊόντα οι σταθμοί στην ιστορία της εταιρείας ήταν αμέτρητοι

Με 3.000 δρχ. δανεικές το ξεκίνημα της εταιρείας

Εγγονός του ιερέα παπά-Στρατή και γιος του Αναστάση Παπαστράτου που πέθανε σε ηλικία 48 ετών, ο Ευάγγελος Παπαστράτος ιδρυτής της εταιρείας, κληρονόμησε από τον πατέρα του ένα μπακάλικο στο Αγρίνιο και πολλά…βερεσέδια. Κάπως έτσι η μητέρα του Ευάγγελου, Χαρίκλεια με πέντε παιδιά  -4 γιούς και μία κόρη- αποφασίζει να κλείσει το μαγαζί και να αφοσιωθεί στην καλλιέργεια του αμπελιού της οικογένειας για να μεγαλώσει τα παιδιά της.  πουλώντας το γνωστό στο Αγρίνιο εκείνη την εποχή «κρασί της Παπαστράταινας».

«Το ελληνόπαιδο που πρόκοψε δουλεύοντας», κάπνισε το πρώτο του τσιγάρο το καλοκαίρι του 1895, στην πλατεία του Aγρινίου. Αν και ο μικρότερος από τα αδέρφια του, σε ηλικία 12 ετών γίνεται υπάλληλος στην καπνεμπορική εταιρεία «Pόζης και Bαρνάβας». Μέσα σε λίγα χρόνια από «κράχτης» σε εκείνο το τοπικό κατάστημα, εξελίσσεται σε καλοπληρωμένο υπάλληλο, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του εργοδότη του. Στα δεκαεφτά του αποφασίζει να πάρει μεταγραφή και να εργασθεί σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές και εισαγωγικές εταιρείες της περιοχής.

Πέντε χρόνια αργότερα παίρνει την απόφαση να παραιτηθεί και να κάνει το δικό του βήμα στην βιομηχανία του καπνού την οποία γνωρίζει ήδη αρκετά καλά. Ο 22χρονος Παπαστράτος με αρχικό κεφάλαιο 6.000 δρχ, εκ των οποίων οι 3.000 ήταν δανεικές ιδρύει την εμπορική εταιρεία «Αυγερινός & Παπαστράτος», μαζί με τον γνωστό τυρέμπορο του Αγρινίου, Σωτήρη Αυγερινό, τον Iούλιο του 1906. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ασχολούνται κυρίως με τα εκλεκτά καπνά της εποχής. Δίνουν βάρος στην ποιότητα του καπνού και τις διαδικασίες παραγωγής, ενώ παράλληλα χτίζουν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους παραγωγούς και βάζουν στόχο τη συστηματοποίηση και την οργάνωση της αγοράς του καπνεμπορίου, που εκείνη την εποχή προσφέρει κατάλληλο πεδίο για κάμποσους κερδοσκόπους και τυχοδιώκτες.

Όλα οδεύουν καλά, όμως ο νεότερος καπνέμπορας της Ελλάδας δεν αρκείται στην επιτυχία εντός συνόρων. Την εποχή που η μετανάστευση από φτωχές, κυρίως αγροτικές περιοχές της χώρας φουντώνει και περισσότεροι από 250.000 Έλληνες φεύγουν κυρίως για τις ΗΠΑ,  ο Ευάγγελος Παπαστράτος αρχίζει να κάνει τις πρώτες εξαγωγές στο εξωτερικό. Οι δουλειές της εταιρείας εξακολουθούν να πηγαίνουν καλά, το 1909 κλείνει μάλιστα και την πρώτη μεγάλη συμφωνία του με το εργοστάσιο σιγαρέτων του Αγγελή Κωνσταντίνου στο Ανόβερο της Γερμανίας το οποίο αρχίζει πλέον να προμηθεύεται καπνά Αγρινίου.

Όταν το 1913 πεθαίνει ο Σ. Aυγερινός η επιχείρηση των δύο διαλύεται έχοντας επιδείξει μέσα σε έξι χρόνια κέρδη 150.000 δραχμών. Τότε είναι που τα τέσσερα αδέρφια - ο Eυάγγελος, ο στρατιωτικός Σωτήρης, ο δικηγόρος Γιάννης και ο μαθηματικός Eπαμεινώνδας - τα οποία είχαν εξαρχής ακολουθήσει διαφορετικούς δρόμους ενώνουν τις δυνάμεις τους για μια νέα καριέρα αναλαμβάνοντας ο καθένας τον ρόλο που έχει οραματιστεί ο μικρός αδερφός τους.
 

Η επιτυχία περνά τα ελληνικά σύνορα

Αντίθετα με ότι θα περίμενε κανείς, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν τους επηρεάζει αρνητικά, ίσα ίσα, η παραγωγή τους αυξάνεται χάρη στη συμφωνία του Ελευθερίου Βενιζέλου με τις Κυβερνήσεις της Αντάντ να επιτρέψουν την εξαγωγή καπνών, σταφίδας και σύκων προς εχθρικές χώρες από ουδέτερους λιμένες. Η επιτυχία είναι τέτοια που με το τέλος του πολέμου, η εταιρεία μεταφέρει την έδρα της στην Αθήνα, ιδρύει γραφεία και υποκαταστήματα στο εξωτερικό και ξεκινούν οι εξαγωγές στην Αίγυπτο, τις Σκανδιναβικές χώρες, τη Νότιο Αμερική αλλά κυρίως στις Η.Π.Α. και τον Καναδά.

Τα δύσκολα όμως δεν αργούν να έρθουν. Όταν το 1922, η χώρα θρηνεί για τη Μικρασιατική καταστροφή, η εταιρεία Παπαστράτος βρίσκεται με 300.000 κιλά καπνού κατεστραμμένα και τις αποθήκες της στην Σμύρνη καμένες. Σε μια προσπάθεια να δείξει την κοινωνική ευαισθησία της προσλαμβάνει πρόσφυγες.

Το 1924, ιδρύεται η Καπνεμπορική Ομοσπονδία στην οποία συμμετέχει ενεργά εκ μέρους της εταιρείας, ο Γιάννης Παπαστράτος ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα εκλέγεται γερουσιαστής και στη συνέχεια βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας. Οι δουλειές πηγαίνουν πολύ καλά, η εταιρεία μεγαλώνει και προσφέρει επίσης σημαντικό κοινωνικό έργο. Aπό το 1921 έως και το 1929 ο οίκος Παπαστράτου εξάγει κατά μέσο όρο ετησίως 3.382 τόνους καπνών, καλύπτει δηλαδή το 1/10 του συνόλου των εξαγωγών καπνού. Τους πρώτους μήνες του 1930, περιορίζονται οι συναλλαγές με τη γερμανική αγορά και λαμβάνεται μια ιστορική απόφαση: «να πραγματοποιήσουμε», όπως γράφει ο ίδιος ο Eυάγγελος Παπαστράτος στα απομνημονεύματά του, «το σχέδιο που χρόνια μελετούσαμε. Nα ιδρύσουμε στην Eλλάδα ένα πρότυπο εργοστάσιο σιγαρέττων, που θέλαμε να αποτελέσει σταθμό στην εξέλιξη της καπνοβιομηχανίας στη χώρα μας».
 

Το εργοστάσιο του Πειραιά βάζει μπροστά τις μηχανές

Παρά την οικονομική κρίση που είχε πλήξει και την Ελλάδα μετά το κραχ του 1929, τον Iούλιο του 1930 δημιουργείται η Παπαστράτος Aνώνυμη Bιομηχανική Eταιρεία Σιγαρέττων και δέκα μήνες αργότερα, τον Mάιο του 1931, όλη η κοινωνική ελίτ της χώρας παρευρίσκεται στα εγκαίνια του νέου εργοστασίου στον Πειραιά.

Στο κτήριο εφαρμόζεται η πιο σύγχρονη βιομηχανική αρχιτεκτονική για την ποιότητα των εργασιακών χώρων και η συνολική δαπάνη αγγίζει τις 400.000 λίρες Αγγλίας. Το εργοστάσιο εξοπλίζεται με υπερσύγχρονα μηχανήματα, οι εργαζόμενοι δουλεύουν κάτω από υγιεινές συνθήκες σε φωτεινούς κι τεχνητά αεριζόμενους χώρους. Εντός του εργοστασίου μάλιστα υπάρχει εστιατόριο, αποδυτήρια και άλλες, πρωτοποριακές, για την εποχή, παροχές. Μάλιστα η Παπαστράτος ήταν η πρώτη εταιρεία που υιοθέτησε την χορήγηση προίκας στις κόρες των εργαζομένων της, καθώς και τη χορήγηση μπόνους στα στελέχη της. Σιγά σιγά η επιχείρηση γιγαντώνεται, απασχολεί έως 100.000 άτομα και χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανία. 

Άλλωστε την δεκαετία του 1930,ο κλάδος του καπνού απασχολεί συνολικά περίπου 1 εκατομμύριο άτομα, δηλαδή το ένα έκτο του πληθυσμού της χώρας ενώ οι εξαγωγές καπνών αντιστοιχούν στο 50% των συνολικών εσόδων από εξαγωγές. Από τη φορολογία των καπνών και των τσιγάρων το κράτος εισπράττει το ένα πέμπτο των συνολικών εσόδων του.

Εκείνη την χρυσή δεκαετία η εξάπλωση της Παπαστράτος κάνει άλματα ανοίγοντας γραφεία και πραγματοποιώντας εξαγωγές σε περισσότερες από 45 χώρες - τα προϊόντα της φτάνουν μέχρι τη Νότιο Αφρική, τη Μαδαγασκάρη, την Κίνα, τη Μαντζουρία, τον Παναμά, την Αυστραλία, την Αργεντινή, το Τζιμπουτί, τις Ολλανδικές Ινδίες και τη Μοζαμβίκη.

Τα σύννεφα του πολέμου βαραίνουν την Παπαστράτος

Όταν όμως το 1936 τα σύννεφα στην Ευρώπη πυκνώνουν το κλίμα για τους ξένους στη Γερμανία γίνεται κάτι παραπάνω από εχθρικό και το εργοστάσιο του Bερολίνου βάζει λουκέτο. Η ζημιά είναι τέτοια που καταφέρνει να εκμηδενίσει κέρδη μιας ολόκληρης δεκαετίας. Παρόμοια είναι και η τύχη της επένδυσης στην Αίγυπτο. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Ευάγγελος Παπαστράτος, «ύστερα από αγώνα 18 περίπου ετών, δαπανηρότατο, αναγκαστήκαμε και εμείς να σταματήσουμε τη λειτουργία του εργοστασίου μας του Καΐρου».

Εν μέσω πολέμου ο Σωτήρης Παπαστράτος φεύγει αιφνιδίως από την ζωή και για την εταιρεία ξεκινά ακόμα μια μεγάλη και δύσκολη περίοδος με την γερμανική κατοχή να βυθίζει στο έρεβος κάθε όνειρο. «Oι Nαζήδες δέσμευσαν αμέσως όλα τα αποθέματα καπνών», γράφει ο καπνέμπορας στα απομνημονεύματά του.

Με τη λήξη του πολέμου τα πράγματα δεν είναι το ίδιο εύκολα με πριν. Αν και η κατανάλωση τσιγάρων στο εσωτερικό της χώρας φτάνει σε ικανοποιητικά επίπεδα, στον παγκόσμιο χάρτη επικρατούν τα american blends, που συστήνουν στο κοινό νέες μάρκες τσιγάρων κάνοντας το «ASSOS», το παλαιότερο και πιο δυναμικό σήμα της εταιρείας, να φαίνεται ξεπερασμένο. Η διανομή στο εσωτερικό αποκαθίσταται σταδιακά, ενώ σιγά σιγά βελτιώνονται και οι εξαγωγές.

Το εργοστάσιο επεκτείνεται και η εταιρεία, όπως και ολόκληρη η χώρα, μπαίνει σε μια περίοδο εκσυγχρονισμού, αγοράζοντας καινούργιες μηχανές για όλα τα στάδια παραγωγής. Μάλιστα είναι η πρώτη που δημιουργεί μόνιμο ιατρείο στους χώρους του εργοστασίου, πράγμα που θα γίνει υποχρεωτικό δεκαετίες αργότερα.
 

Τη δεκαετία του ’50, ο Παπαστράτος καλείται να συμπλεύσει με τη μόδα των καιρών. Έτσι, το 1957, κυκλοφορεί το πρώτο του τσιγάρο με φίλτρο οι πωλήσεις του οποίου πάνε καλά. Στο τέλος της δεκαετίας η εταιρεία συνεχίζει να αναπτύσσεται και φτάνει να απασχολεί 2.500 άτομα.

Την αμέσως επόμενη δεκαετία η εταιρεία Παπαστράτος επιτυγχάνει μια σημαντική συμφωνία με το ιταλικό μονοπώλιο η οποία ανοίγει το δρόμο για την παραγωγή του Άσσου στην Ιταλία με χαρμάνια που στέλνονται έτοιμα από την Ελλάδα. Λίγα χρόνια αργότερα, θα ξαναρίξει στην αγορά το θρυλικό «Old Navy» ενώ το 1966 θα αρχίσει να παράγει και το «Astor» για λογαριασμό της γερμανικής Reemtsma.

Στη δεκαετία του ’70, θα επιτευχθεί μία ακόμα ιστορική συνεργασία: η Παπαστράτος θα συμπλεύσει με τη Philip Morris και αυτό που θα γεννηθεί είναι η κυκλοφορία του Marlboro στην Eλλάδα. Xιλιάδες νέοι θα ανταποκριθούν και το κόκκινο πακέτο θα γίνει το σήμα-κατατεθέν της Eλλάδας των μεταπολιτευτικών χρόνων. Ο εκσυγχρονισμός της εταιρείας, προχωρά ακόμη περισσότερο καθώς με τις καινούργιες σιγαροποιητικές μηχανές που αποκτά, παράγει πλέον 4.000 τσιγάρα το λεπτό.

Η Philip Morris International και η νέα εποχή

Η εταιρεία συνεχίζει την ανοδική πορεία μέχρι και το 1973, όπου ο Eυάγγελος Παπαστράτος πεθαίνει σε ηλικία 89 ετών. Έχει προηγηθεί ο θάνατος των αδελφών του Γιάννη και Επαμεινωνδα. Το όραμα του συνεχίζει ο Τάσος Παπαστράτος, ο τελευταίος από τους απόγονους των τεσσάρων αδελφών που έφερε το όνομα Παπαστράτος. Επί των ημερών του η ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΒΕΣ συνεχίζει την δυναμική ανάπτυξη τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Το 1984, κυκλοφορεί για πρώτη φορά ο Assos International, ένα από τα πιο «δυνατά» εξαγώγιμα σήματα της εταιρείας. Αργότερα, τη δεκαετία του ’90, η εταιρεία εκσυγχρονίζει ακόμη περισσότερο τα συστήματά της, στην παραγωγή προστίθενται πολλά νέα σήματα ενώ επίσης το 1997 αποκτά το ιστορικό Santé. Το 1998, ιδρύεται το Ιδρυμα Παπαστράτος το οποίο αναλαμβάνει να συνεχίσει το πλούσιο κοινωνικό έργο που είχαν ξεκινήσει οι αδελφοί Παπαστράτου από την αρχή κιόλας της πορείας τους. Την ίδια χρονιά όμως πεθαίνει ο Πρόεδρος της εταιρίας Τάσος Παπαστράτος.

Το 2003, η μεγαλύτερη ελληνική καπνοβιομηχανία, η οποία μεγαλούργησε και πέρα από τα ελληνικά σύνορα, περνά σε νέα εποχή, όταν εξαγοράζεται από την Philip Morris International.

Τον Ιανουάριο του 2006, ταυτόχρονα με τον εορτασμό των 75 χρόνων λειτουργίας της, ανακοινώνεται επένδυση 100 εκατομμυρίων ευρώ για την κατασκευή νέων, σύγχρονων παραγωγικών εγκαταστάσεων και κτιρίου διοικητικών υπηρεσιών στον Ασπρόπυργο. Δυόμισι χρόνια αργότερα, στις 13 Αυγούστου του 2008 η πρώτη παραγωγή στο νέο εργοστάσιο είναι γεγονός. Στις 10 Οκτωβρίου του 2008 μετά από αδιάκοπη λειτουργία 77 χρόνων οι μηχανές στο εργοστάσιο του Πειραιά σταματούν για πάντα και η μεταφορά της εταιρίας στις νέες εγκαταστάσεις στον Ασπρόπυργο ολοκληρώνεται.

Η Παπαστράτος - PMI γυρίζει σελίδα

Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα η εταιρεία ακολουθεί για μια ακόμα φορά τη ρήση του αείμνηστου Ευάγγελου Παπαστράτου «εκείνο που μας έδωσε βαθειά και μόνιμη ικανοποίηση είναι πως πιστεύουμε ότι συνεχίζοντας το έργο μας βοηθήσαμε κάπως κι εμείς στο να προοδεύσει ο τόπος» και περνά σε νέα εποχή. Μετά από πολυετή μελέτη λανσάρει το IQOS ένα καπνικό προϊόν μειωμένου κινδύνου που καταφέρνει μέσα σε δύο μόνο χρόνια το μερίδιό του ξεπερνά το 5% και οι καπνιστές της Ελλάδας που έχουν εγκαταλείψει το παραδοσιακό τσιγάρο κι έχουν στραφεί αποκλειστικά στο iQOS φτάνουν ήδη τις 150.000. 

Παράλληλα με μια ηχηρή επένδυση στην Ελλάδα της κρίσης και μετά από 90 χρόνια παραγωγής συμβατικών τσιγάρων, μετατρέπει το εργοστάσιό της στον Ασπρόπυργο σε μονάδα παραγωγής 20 δισ. ράβδων καπνού ετησίως για το IQOS και δημιουργεί πάνω από 500  νέες θέσεις εργασίας. Η επένδυση ύψους 300 εκατ. ευρώ, εκπληρώνει την δέσμευση που έχουν αναλάβει η μητρική Philip Morris International (PMI) και η «Παπαστράτος» για ένα μέλλον απαλλαγμένο από τον καπνό του τσιγάρου και αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων επενδύσεων της εταιρείας, που από το 2003 φτάνουν το 1 δισ. ευρώ.

Η PMI κυκλοφορεί το IQOS σε 38 χώρες και οι χρήστες του σε αυτές έχουν ξεπεράσει τα 8,6 εκατομμύρια. Στην περίπτωση της χώρας μας, η διάθεση του IQOS ξεκίνησε το 2016 και μέσα σε δύο χρόνια υπάρχουν ήδη 27 καταστήματα IQOS σε όλη την Ελλάδα,ενώ το προϊόν διατίθεται και μέσα από 49 καταστήματα Public. Τη νέα χρονιά θα ξεκινήσει την εμπορική διάθεση της συσκευής 3ης γενιάς. 

Την ίδια στιγμή η αξία που προσθέτει κάθε χρόνο στην Ελλάδα σε κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, η οποία αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στην Έκθεση με τίτλο «Για το αύριο, σήμερα κατόπιν μελέτης που πραγματοποιήθηκε από το τμήμα υπηρεσιών Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κλιματικής Αλλαγής της ΕΥ Ελλάδος- είναι μεγάλη.

Η εταιρεία με συνολικό κύκλο εργασιών 1,2 δισ. ευρώ εισφέρει 1,1 δισ. ευρώ σε φόρους (συμπεριλαμβανομένων ΦΠΑ και ΕΦΚ) δηλαδή το 2,2% των εσόδων του κράτους. Επιπλέον εισφέρει 85 εκατ. ευρώ προς Έλληνες προμηθευτές με αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, 4,9 εκατ. ευρώ σε ενέργειες για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου καπνικών προϊόντων και απορροφά το 50% της ελληνικής παραγωγής ανατολικών καπνών.

Λειτουργώντας σαν πολλαπλασιαστής αξίας, η Παπαστράτος το 2017 δημιούργησε προστιθέμενη αξία 157 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 0,1% του ΑΕΠ.

Υπολογίζεται πως κάθε 1 ευρώ προστιθέμενης αξίας της Παπαστράτος, δημιούργησε 2,3 ευρώ προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία, αυξημένο κατά 66,7% σε σχέση με το 2016. 

Εξόχως θετικό- ειδικά για τα ισχύοντα δεδομένα είναι και το αποτύπωμά της στην απασχόληση αφού έχει αυξήσει κατά 24,6% των αριθμό των εργαζομένων της. Συγκεκριμένα προσφέρει 897 άμεσες θέσεις εργασίας και 1.091 έμμεσες θέσεις εργασίας περίπου. 

Η νέα χιλιετία έχει αρχίσει με εξαιρετικές προοπτικές και οι διάδοχοι του Ευάγγελου Παπαστράτου φαίνεται πως κρατούν ζωντανά στη μνήμη τους τα λόγια του ιδρυτή της: «Aς αρχίζουμε, ακόμη και αν ξέρουμε ότι δεν θα προλάβουμε να αποτελειώσουμε το έργο μας. Aν το έργο αξίζει, το να είναι αρχινισμένο θα βοηθήσει να το ολοκληρώσει κάποιος άλλος, που έρχεται κατόπιν. Xάρη σε αυτές τις προσπάθειες έφτασε ο άνθρωπος σιγά-σιγά, από τα βάθη της ζούγκλας του, ως εδώ που βρίσκεται σήμερα».