Σε «απογραφή» των εθνικών ενεργειακών δαπανών προχωρά το οικονομικό επιτελείο, προκειμένου να εντοπίσει αν διανοίγεται -έστω και περιορισμένο- δημοσιονομικό περιθώριο, για να προβεί η κυβέρνηση σε στοχευμένες παρεμβάσεις με μέτρα στήριξης, αξιοποιώντας τη νέα ρήτρα διαφυγής για την Ενέργεια.
Με βάση τις ανακοινώσεις της Κομισιόν την περασμένη εβδομάδα, η ρήτρα έχει ως στόχο να ενισχύσει επενδύσεις σε μεγάλα έργα και ενεργειακές υποδομές, όχι παροχές και μέτρα ενίσχυσης για νοικοκυριά.
Ωστόσο η πραγματική συζήτηση για το πώς ακριβώς τελικά «μεταφράζεται» η ρήτρα διαφυγής για κάθε χώρα, θα ανοίξει στο Eurogroup και στο Ecofin την ερχόμενη εβδομάδα στο Λουξεμβούργο. Θα αποσαφηνιστεί η περίμετρος των μέτρων που μπορούν να ενταχθούν στον νέο «έκτακτο» κανόνα ευελιξίας τον οποίο πρότεινε η Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν να ισχύσει για τρία χρόνια, και ο οποίος θα «κουμπώνει» πάνω στη ρήτρα διαφυγής που ισχύει ήδη από πέρυσι για τις αμυντικές δαπάνες.
Πού κρύβονται δαπάνες για ενέργεια
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για τη χώρα μας βρίσκεται το αν και ποιο μέρος των εθνικών δαπανών της Ελλάδας μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμο, ώστε να ενταχθεί στη ρήτρα και να απελευθερώσει χώρο στον προϋπολογισμό. Ήδη τις τελευταίες ημέρες στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους κάνουν «φύλλο και φτερό» όλες τις ενεργειακές δαπάνες που περνούν από τον κρατικό προϋπολογισμό, αναζητώντας κωδικούς που θα μπορούσαν να ενταχθούν στη νέα ρήτρα διαφυγής για την Ενέργεια. Εξετάζονται και δαπανες που συνιστουν εθνική συνδρομή σε συγχρηματοδοτουμενα εργα. Στόχος είναι να διαπιστωθεί αν, από αυτή την άσκηση, μπορεί να προκύψει δημοσιονομικός χώρος για παροχές.
Το πλαίσιο που έχει τεθεί μέχρι στιγμής είναι σαφές: τα κράτη-μέλη μπορούν να αξιοποιήσουν έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως για ενεργειακές δαπάνες, με ανώτατο σωρευτικό όριο 0,6% του ΑΕΠ για την τριετία 2026-2028. Για την Ελλάδα, αυτό αποτυπώνεται σε συνολικό δυνητικό χώρο που ενδεχομένως και να ξεπερνά τα 1,5 δισ. ευρώ στην τριετία, υπό την προϋπόθεση ότι θα βρεθούν πραγματικές εθνικές δαπάνες που μπορούν να υπαχθούν στο σχήμα, δημιουργώντας δημοσιονομικό χώρο για πραγματοποίηση άλλων δαπανών που δεν θα παραβιάζουν τους ευρωπαϊκές κανόνες.
Την φορά αυτή όμως, σε αντίθεση με τη ρήτρα διαφυγής που ίσχυσε στον τομέα της Άμυνας -όπου η χώρα είχε ήδη υψηλές εθνικές δαπάνες και μπορούσε πιο εύκολα να τις επικαλεστεί για να ανοίξει δημοσιονομικό χώρο- στην Ενέργεια τα μεγάλα έργα, οι διασυνδέσεις και η ενεργειακή μετάβαση χρηματοδοτούνται σε συντριπτικό βαθμό από ευρωπαϊκά κονδύλια. Άρα, το εθνικό κομμάτι που μπορεί να ενταχθεί στη ρήτρα ίσως αποδειχθεί πολύ περιορισμένο και να μην αφήνει περιθώρια για δαπάνες που θα έχουν σημαντικό αποτύπωμα στην τσέπη των νοικοκυριών.
Για τον λόγο αυτό, το υπουργείο Οικονομικών εξετάζει ήδη κωδικό προς κωδικό όλες τις γραμμές του προϋπολογισμού που μπορεί να κρύβουν ενεργειακές δαπάνες (Εθνικό Αναπτυξιακό Σχέδιο, εθνικό σκέλος ΠΔΕ ή ΕΣΠΑ κλπ), ώστε να χαρτογραφήσει ποιες δαπάνες χρηματοδοτούνται καθαρά από τον κρατικό προϋπολογισμό ώστε, στη συνέχεια, να εντοπίσει ποιες μπορούν να υπαχθούν στο νέο πλαίσιο, σε συμφωνία με την Κομισιόν. Από την καταγραφή αυτήν θα κριθεί αν θα μείνει χώρος για έμμεση κοινωνική στήριξη ή αν όλο το περιθώριο θα απορροφηθεί από επενδύσεις και υποδομές.
Η πιο ρεαλιστική εκτίμηση, πάντως, για την ώρα τουλάχιστον, είναι ότι, ακόμη κι αν βρεθεί πρόσθετος χώρος, αυτός θα είναι περιορισμένος. Αν και η καταγραφή τώρα ξεκίνησε, οι προσδοκίες δεν ξεπερνούν προς το παρόν τα 150 ή 200 εκατ. ευρώ το πολύ, τα οποία θα μπορούσαν να δοθούν για κοινωνικές παρεμβάσεις. Με άλλα λόγια, το βάρος πάει στα έργα, αλλά η κυβέρνηση θέλει να δει αν μπορεί να περισσέψει κάτι και για τις παροχές.



