«Μετά από μια ταραχώδη περίοδο, οι ελληνικές τράπεζες διδαγμένες και οι ίδιες από τα λάθη και τις υπερβολές τού παρελθόντος, είναι σήμερα πανέτοιμες να συνδράμουν στη συνολική προσπάθεια της χώρας να ξεπεράσει την κρίση» επισήμανε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, Σταύρος Ιωάννου, μιλώντας σε ναυτιλιακό συνέδριο.

Ο κ. Ιωάννου εκτίμησε ότι «μόνον έτσι θα μπορέσουν σταδιακά να επιστρέψουν οι καταθέσεις και να βελτιωθεί η ρευστότητα, να διευκολυνθεί η έξοδος στις αγορές, να δημιουργηθούν ευνοϊκότερες συνθήκες για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των προβληματικών δανείων και, βεβαίως, να χαλαρώσουν έως ότου αρθούν πλήρως οι περιορισμοί των capital controls».

Ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, μιλώντας για το ρόλο των τραπεζών, ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι «ασφαλώς ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος και η συμβολή του στην προσπάθεια πάταξης της φοροδιαφυγής και ελέγχου της παραοικονομίας είναι σημαντικός, όμως οι τράπεζες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις εποπτικές και ελεγκτικές αρχές του κράτους, επωμιζόμενες, μάλιστα, πλήρως το μεγάλο λειτουργικό κόστος που αυτό συνεπάγεται». «Μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι, αν οι τράπεζες παίξουν αυτό το ρόλο, τότε ποιος θα παίξει το ρόλο του τραπεζικού συστήματος, που είναι να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη, να δημιουργεί προοπτικές για τις επιχειρήσεις, να δίνει ευκαιρίες στη νεανική εξωστρεφή και καινοτόμο επιχειρηματικότητα» πρόσθεσε ο κ. Ιωάννου.

Αναφερόμενος στις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες σήμερα, είπε ότι, «μετά την τελευταία επιτυχή ανακεφαλαιοποίησή τους, με συνολικά κεφάλαια ύψους 14,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 5,4 δισ. ευρώ από τις διεθνείς αγορές, διαθέτουν υπερεπάρκεια κεφαλαίων, καθώς και πολύ υψηλό ποσοστό προβλέψεων έναντι των επισφαλών απαιτήσεων, που είναι βασικές προϋποθέσεις για τη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών και των αγορών στην προοπτική της χώρας και τη φερεγγυότητα του τραπεζικού μας συστήματος».

Αναφερόμενος, γενικότερα, για την οικονομία, ο κ. Ιωάννου είπε ότι «προαπαιτούμενο για τη σταθεροποίησή της αποτελεί η ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου προγράμματος (μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2016 το αργότερο) που θα επιτρέψει: Την επανέναρξη χρήσης των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ως ενέχυρου από τις τράπεζες για χορήγηση ρευστότητας από την ΕΚΤ και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, σηματοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο ότι η χώρα επιστρέφει σε συνθήκες κανονικότητας».

«Η συνεπής εφαρμογή του προγράμματος και ένα σταθερό φιλοευρωπαϊκό πολιτικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με μια δραστική θετική αλλαγή της αντίληψης των αγορών και των προσδοκιών που αφορούν το μέλλον της χώρας, αποτελούν τους βασικούς παράγοντες για τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος, την προσέλκυση ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων, την αύξηση της απασχόλησης και την πλήρη άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, που θα διευκολύνει την επιστροφή των καταθέσεων και τη βελτίωση της ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα, ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας και των επιχειρήσεων» σημείωσε ο κ. Ιωάννου.