Σε θρίλερ εξελίσσεται η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής καθώς μέχρι αργά το βράδυ της Δευτέρας, 24 ώρες πριν εκπνεύσει η παράταση που είχε δοθεί, δεν είχαν καλυφθεί πλήρως τα 750 εκατ. ευρώ. 

Από τις 19 Δεκεμβρίου τόσο η διοίκηση της Τράπεζας όσο και η Κυβέρνηση είχαν επιδοθεί σε αγώνα δρόμου προκειμένου να βρεθούν τα 100 εκατ. ευρώ που έλειπαν για να κλείσει το κεφαλαιακό κενό της Τράπεζας. Σε πρώτη φάση η Αττικής είχε συγκεντρώσει περίπου 660 εκατ. ευρώ, υπερκαλύπτοντας έτσι τις κεφαλαιακές ανάγκες που είχαν προκύψει από το βασικό σενάριο των stress tests, όχι όμως το σύνολο των αναγκών (750 εκατ. ευρώ) που είχε αναδείξει το δυσμενές σενάριο.

Έτσι, όπως δείχνουν  τα πράγματα, το στοίχημα που έχει βάλει η Κυβέρνηση και προσωπικά ο ίδιος ο υφυπουργός υποδομών Χρήστος Σπίρτζης και πρώην πρόεδρος του ΤΕΕ, να μείνει αυτόνομη η Αττικής θα κριθεί στο νήμα.

Σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα της κάλυψης της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας είναι αξιοσημείωτο αν ληφθεί μάλιστα υπόψιν ότι η Αττικής, μία μη συστημική τράπεζα με μικρό σχετικά μέγεθος, κατόρθωσε να συγκεντρώσει περίπου τόσα κεφάλαια όσο και η Εθνική και μάλιστα με καλύτερους όρους. Συγκεκριμένα, η αύξηση της Αττικής πραγματοποιείται με 50% premium (στα 1,5 σεντς προ reverse split) σε σύγκριση με κλείσιμο της τιμής στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Αντίθετα τόσο η μετοχή της Εθνικής, όσο και της Πειραιώς για παράδειγμα, μέχρι τέλους διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο σε πολλαπλάσιες τιμές σε σχέση με αυτές που την ίδια ώρα προσέφεραν οι θεσμικοί επενδυτές στα βιβλία των προσφορών (book building).

Τα κεφάλαια που έχει κατορθώσει να συγκεντρώσει η Αττικής, προέρχονται κατά κύριο λόγο από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με τη συμμετοχή πλήθους εποπτευόμενων επιχειρήσεων αλλά και ασφαλιστικών ταμείων. Από την άλλη πλευρά το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας το οποίο συνέβαλε στην κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος της Εθνικής και της Τράπεζας Πειραιώς, δεν του επετράπη να ενισχύσει απευθείας την Αττικής. Η κεφαλαιακή ενίσχυση της Τράπεζας αποτελεί σε κάθε περίπτωση προϋπόθεση για να αντιμετωπίσει το άγος των κόκκινων δανείων. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της το Σεπτέμβριο έφθασαν το 55,8%.