Κρίσιμο χαρακτηρίζει η Handelsblatt το 2019 για τις ελληνικές τράπεζες.

Όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, η γερμανική εφημερίδα αναφέρει πως οι τέσσερις συστημικές τράπεζες παλεύουν με αυξημένες δαπάνες και μειωμένα έσοδα. Τα καθαρά κέρδη από τόκους, που παραδοσιακά συμβάλλουν στα έσοδα με 75%, συρρικνώθηκαν τους πρώτους εννέα μήνες κατά 14%, ενώ οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 3,5%. Οι συνολικές απώλειες των τεσσάρων τραπεζών μετά την καταβολή των φόρων έφθασε στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2018 τα 151 εκατ. ευρώ, ήτοι διπλασιάστηκαν σχεδόν σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα πέρυσι.

Συνεχίζοντας η εφημερίδα αναφέρει πως «τίποτα δεν δείχνει ότι σύντομα η κατάσταση θα βελτιωθεί, διότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με τεράστιες προκλήσεις. Το 2019 θα πρέπει να επιδείξουν μεγαλύτερη αποφασιστικότητα σε ό,τι αφορά τον δραστικό περιορισμό των «κόκκινων δανείων», ο οποίος θα επιδράσει αρνητικά στα ίδια κεφάλαια.

Μέχρι στιγμής πάντως οι συστημικές τράπεζες εμφανίζονται επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Όμως σχεδόν το 80% των ιδίων κεφαλαίων προέρχονται από επιστροφές φόρων λόγω απωλειών».

«Στη χειρότερη περίπτωση η Ελλάδα θα χρειαστεί νέα οικονομική βοήθεια»

Σε περίπτωση που οι τράπεζες δεν καταφέρουν να σταθεροποιηθούν, τότε δυσκολεύει ακόμα περισσότερο η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, συνεχίζει η γερμανική εφημερίδα. Στη χειρότερη περίπτωση η Ελλάδα θα χρειαστεί νέα οικονομική βοήθεια από τους δανειστές. Το γεγονός αυτό καθιστά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κίνδυνο για το σύνολο της ευρωζώνης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η αξία των μη εξυπηρετούμενων δανείων έφθασε τέλος Σεπτεμβρίου τα 84,7 δισ. Κατά συνέπεια τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αντιστοιχούν στο 46,7% των τραπεζικών πιστώσεων.

Για το 2019 οι τράπεζες σχεδιάζουν 30.000 πλειστηριασμούς ακινήτων. Παράλληλα κυβέρνηση και ΤΑΙΠΕΔ επεξεργάζονται με την τεχνική υποστήριξη της JP Morgan τη δημιουργία μιας «bad bank» όπου θα μεταφερθούν «κόκκινα δάνεια» περίπου 15 δισ. ευρώ και στη συνέχεια θα γίνουν τιτλοποιήσεις με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου.

Το πιθανότερο είναι ότι το σχέδιο θα βρει σύμφωνη την Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ, μιας και προσανατολίζεται σε παρόμοιο που αφορούσε ιταλικές τράπεζες. Ανοιχτό παραμένει ωστόσο ποιος θα επενδύσει στους εν λόγω τίτλους αν ληφθεί υπόψη το κακό αξιόχρεο του ελληνικού δημοσίου.

Όλα αυτά δείχνουν πόσο άμεσα σχετίζεται η δεινή θέση των τραπεζών με το αξιόχρεο της Ελλάδας. Η χώρα απέχει ακόμα πολύ από μια επιστροφή στις αγορές. Το επιτόκιο για το δεκαετές ομόλογο βρίσκεται στο απαγορευτικό 4,4%. Καμία άλλη χώρα που βρίσκονταν σε πρόγραμμα δεν αναγκάζεται να καταβάλλει τόσο υψηλά επιτόκια στους επενδυτές. Παρά το μαξιλαράκι των 26 δισ. που αρκεί για τα επόμενα δύο χρόνια, είναι αμφίβολο αν η Ελλάδα καταφέρει να ξαναβγεί στις αγορές με ικανοποιητικούς όρους ή αν θα αναγκαστεί να ζητήσει εκ νέου τη βοήθεια των δανειστών. Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται και από τις εξελίξεις στον ελληνικό τραπεζικό τομέα.