Λογιστικές διευκολύνσεις ζητούν οι τράπεζες από την κυβέρνηση, αφενός για να απορροφήσουν ζημιές από σωρευτικές προβλέψεις, αφετέρου για να αντιμετωπίσουν «τρύπες» στους ισολογισμούς τους που προκαλούνται από δικαστικές αποφάσεις.

Μετά την τροπολογία που ψηφίστηκε στις 21 Δεκεμβρίου στη Βουλή και προβλέπει πως η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή ανώτερη του αρτίου μπορεί να συμψηφισθεί προς απόσβεση ζημιών, η Ελληνική Ένωση Τραπεζών ζητεί από την κυβέρνηση να νομοθετήσει ειδικά για ακόμη ένα ζήτημα, που απασχολεί τα πιστωτικά ιδρύματα.

Πρόκειται για την απόφαση 1518/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία αναιρέθηκε η ευνοϊκή για τις τράπεζες υπ’ αριθμ. 3672/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Με την εν λόγω απόφαση το ΣτΕ έκρινε ότι στην περίπτωση που ο φόρος που προκύπτει από το εισόδημα των τραπεζών δεν επαρκεί για την έκπτωση του φόρου που παρακρατήθηκε για τα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα τους, τότε το πιστωτικό υπόλοιπο του παρακρατηθέντος φόρου δεν επιστρέφεται. Αυτή η εξέλιξη προκαλεί μεγάλο πρόβλημα στα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς έχουν ήδη εγγράψει στους ισολογισμούς τους απαιτήσεις συνολικού ύψους 900 εκατ. ευρώ από τα εν λόγω πιστωτικά υπόλοιπα.

Για να αντιμετωπίσει τα απόνερα της απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας η Ελληνική Ένωση Τραπεζών  κατήρτισε - μετά από υποδείξεις ορκωτών ελεγκτών – πρόταση νομοθετικής ρύθμισης που διευθετεί το πρόβλημα, καθώς προβλέπει πως οι σχετικές ζημιές που θα προκληθούν για τις τράπεζες από τη διαγραφή των απαιτήσεων θα αποσβεστούν σε βάθος δεκαετίας, αντί για τα πέντε έτη που είναι ο χρόνος απόσβεσης σήμερα.

Εάν η πρόταση της ΕΕΤ εγκριθεί από την κυβέρνηση – δεν θεωρείται δεδομένο- θα δοθεί αρκετός χρόνος στις τράπεζες προκειμένου να  αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ανέκυψε από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.