Η αποεπένδυση αποτελεί βασική προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης και βρίσκεται στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων με τις Βρυξέλλες καθώς αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση στο πλαίσιο του ανοίγματος της αγοράς ενέργειας. Δίκοπο μαχαίρι για την πώληση αποτελεί η επιβεβλημένη πλέον μείωση χρήσης του λιγνίτη ενώ η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης τείνει να χρησιμοποιηθεί ως «άλλοθι» για τις αποτυχημένες προσπάθειες πώλησης οι οποίες δείχνουν να έχουν πολύ βαθύτερα αίτια από τα χρηματοοικονομικά της ΔΕΗ, τα οποία αποτελούν με τη σειρά τους αποτέλεσμα διαφορετικών πολιτικών οι οποίες δεν αφορούσαν μόνο στη διοίκηση της επιχείρησης όσο και στις επιταγές της εκάστοτε κυβέρνησης.

Γιατί δεν υπήρξε ενδιαφέρον για την πώληση των μονάδων

Ο νομικός σύμβουλος της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, κ. Κων/νος Τοκατλίδης, ο οποίος διαθέτει μακρά εμπειρία σε θέματα ιδιωτικοποιήσεων αλλά και στα ενεργειακά ζητήματα, μιλώντας στο insider.gr, δίνει μια εκτίμηση για τους λόγους αποτυχίας της πώλησης των μονάδων της ΔΕΗ.

«Το ζήτημα της έλλειψης ενδιαφέροντος για την απόκτηση των δύο λιγνιτικών σταθμών παραγωγής της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη και τη Μελίτη θα πρέπει να εξετασθεί υπό ένα ευρύ πρίσμα, που να λαμβάνει υπόψη τόσο τα προβλήματα που συνδέονται με τη χρήση του λιγνίτη ως πρώτης ύλης παραγωγής ενέργειας όσο και με τα προβλήματα που συνδέονται με την πορεία της ΔΕΗ τα τελευταία είκοσι έτη, γενικότερα. 

Όσον αφορά στο πρώτο πρόβλημα, αναφορικά με τη χρήση του λιγνίτη ως πρώτης ύλης, είναι γνωστό ότι η χρήση του αποθαρρύνεται πλέον από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, για λόγους περιβαλλοντικούς, συνδέεται δε για τους ίδιους λόγους με την πληρωμή σημαντικών τελών. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει ο λιγνίτης να είναι σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή, καθώς ως ενεργειακό απόθεμα δύναται να εξασφαλίσει ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια στη χώρα.

Η ΔΕΗ έχει καταβάλει μεγάλο κόστος για την αξιοποίηση των λιγνιτικών αποθεμάτων που διαχειρίζεται, με την κατασκευή και λειτουργία μονάδων παραγωγής και λιγνιτωρυχείων, επί δεκαετίες. Για την ενδεχόμενη πώληση και μεταβίβαση τέτοιων μονάδων σε τρίτους, όπως επιχειρήθηκε, θα πρέπει να εξασφαλίζεται μία σειρά προϋποθέσεων (ενεργειακός σχεδιασμός, περιβαλλοντικά ζητήματα, εργασιακά ζητήματα, προστασία τοπικών κοινωνιών κ.ά.). Θα πρέπει επίσης να υπάρχει κατάλληλο αντάλλαγμα, προϋπόθεση που δεν καλύφθηκε από τον σχεδιασμό των πρόσφατων διαγωνισμών για την εκποίηση των μονάδων στη Μεγαλόπολη και τη Μελίτη. Τούτο διότι θεωρήθηκε από τους επισπεύδοντες ότι η υποχρέωση της ΔΕΗ για αποεπένδυση από το λιγνίτη (σε εκτέλεση παλαιότερων αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έχουν πλέον ενταχθεί και στις δανειακές υποχρεώσεις της Χώρας) συνεπάγεται υποχρέωση εκποίησης αυτών με κάθε τρόπο, ακόμη και άνευ ανταλλάγματος. Μάλιστα, η μη κατάθεση προσφορών ερμηνεύθηκε από ορισμένους κύκλους ως απόρροια της φερόμενης οικονομικής απαξίωσης της ΔΕΗ.

Ωστόσο, εν προκειμένω δεν προσφέρθηκε προς πώληση μέρος της ΔΕΗ ως επιχείρησης, ώστε να επηρεάζεται η προσφορά από την (όποια) οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ. Προσφέρθηκαν δύο μονάδες παραγωγής της (ενταγμένες σε θυγατρικές εταιρείες ειδικού σκοπού). Επομένως, δεν φαίνεται ότι η όποια οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ μπορεί να συνδεθεί με την ύπαρξη ή την έλλειψη ενδιαφέροντος για τις λιγνιτικές αυτές μονάδες. Αντιθέτως, η έλλειψη ενδιαφέροντος μπορεί να συνδεθεί με τη χρήση του λιγνίτη ως καυσίμου, με ό,τι αυτή συνεπάγεται, καθώς και ενδεχομένως με ορισμένα νομικά προβλήματα της συγκεκριμένης διαδικασίας πώλησης που ακολουθήθηκε (όπως λ.χ. σε σχέση με το αδειοδοτικό καθεστώς των μονάδων, ζήτημα το οποίο ως προς ορισμένες παραμέτρους του εξετάζεται ήδη και από το ΣτΕ). Αν όμως η αγορά δεν ενδιαφέρεται πλέον για την απόκτηση λιγνιτικών μονάδων, λόγω ιδίως της μεταβολής των νομικών και οικονομικών παραμέτρων σε σχέση με την χρήση του ιδίως την τελευταία δεκαετία, μήπως τότε θα πρέπει να επανεξετασθεί συνολικά η συλλογιστική και τεκμηρίωση των παλαιότερων αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη ΔΕΗ ως προς τον λιγνίτη, με τα σημερινά δεδομένα;

Το (άγονο) αποτέλεσμα των προσπαθειών εκποίησης των λιγνιτικών μονάδων μπορεί να δώσει βάση σε τέτοιους προβληματισμούς και συνολική επανεκτίμηση της κατάστασης. Όσον αφορά στο δεύτερο πρόβλημα, αναφορικά με τη γενική κατάσταση της ΔΕΗ, είναι κρίσιμο να μην επισπευσθεί η εκποίηση κρίσιμων και στρατηγικής σημασίας περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ υπό το κράτος πανικού, λόγω ή με αφορμή την έλλειψη ρευστότητας που την ταλαιπωρεί το τελευταίο διάστημα. Αυτό αφορά τόσο στον λιγνίτη και τις λιγνιτικές μονάδες όσο και γενικότερα στα λοιπά σημαντικά περιουσιακά στοιχεία της ΔΕΗ, με πρώτο εκείνο των υδροηλεκτρικών της σταθμών». 

Ποιός φταίει για την οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ

Η χρηματοοικονομική κατάσταση της ΔΕΗ έχει χρησιμοποιηθεί από τα πολιτικά κόμματα ως «βέλος» κατά των χειρισμών της εκάστοτε κυβέρνησης όσον αφορά όχι μόνο στην πώληση των μονάδων αλλά και στη γενικότερη αναπτυξιακή πορεία της επιχείρησης. Όμως το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από ό,τι δείχνει.

Όπως εξηγεί ο κ. Τοκατλίδης, «από την αρχική εκδήλωση της κρίσης της ελληνικής οικονομίας, το έτος 2010, υπήρξαν σημαντικές πιέσεις προς το Ελληνικό Κράτος για την εκποίηση όχι μόνο λιγνιτικών μονάδων αλλά και υδροηλεκτρικών σταθμών. Τούτο, παρότι ασφαλώς τότε η ΔΕΗ δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας. Και παρότι οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για το δίκαιο του ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά ενέργειας, αφορούσαν στο λιγνίτη και όχι και στα υδροηλεκτρικά. Την περίοδο εκείνη η Ελλάδα αντιστάθηκε στις έντονες αυτές πιέσεις, διαχωρίζοντας πλήρως την περίπτωση των λιγνιτικών από την περίπτωση των υδροηλεκτρικών. Μάλιστα, η Ελληνική Κυβέρνηση συντάχθηκε με τη ΔΕΗ στην πρώτη δίκη για το θέμα των λιγνιτών στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία και κέρδισε (το αποτέλεσμα ανετράπη εν συνεχεία κατ’ αναίρεση, σε επόμενη και τελική δίκη). Στα χρόνια που ακολούθησαν και με την παραμονή της Χώρας σε κρίση επί μακρόν η κατάσταση επιδεινώθηκε και εν τέλει η ΔΕΗ απώλεσε σημαντικά περιουσιακά της στοιχεία με ελάχιστο ή και άνευ ανταλλάγματος (λ.χ. περίπτωση ΑΔΜΗΕ, περίπτωση πελατολογίου κ.λπ.), υπό το καθεστώς πιέσεων συνδεόμενων με τη γενικότερη κατάσταση της Χώρας. Δεν φαίνεται όμως αυτές οι (μη αναστρέψιμες) μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων να λειτούργησαν θετικά ή έστω προστατευτικά για τη ΔΕΗ –εμφανίζονται ιδιαίτερα ζημιογόνες. 

Η ΔΕΗ διαχρονικά, από τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία πριν είκοσι έτη, αντιμετωπίσθηκε σαν προέκταση του Κράτους. Δεν αποζημιώθηκε για μεγάλες δαπάνες που είχε υποστεί χάριν του γενικού συμφέροντος (ανενεργές επενδύσεις κ.λπ.). Υποχρεώθηκε να προμηθεύει τρίτους με ηλεκτρική ενέργεια σε τιμές ακόμη και κάτω του δικού της κόστους παραγωγής. Παρεμποδίσθηκε από το να διεισδύσει δυναμικά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ιδίως σε φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, στην περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης και κερδοφορίας τους, παρότι μπορούσε να είναι πρωτοπόρος. Υποχρεώθηκε να αδρανήσει στον κρίσιμο τομέα της παραγωγής ενέργειας από τη γεωθερμία. Και πολλά άλλα. 

Μετά την πτώχευση του Κράτους το 2010, η ΔΕΗ αρχικώς κλήθηκε να διαδραματίσει ρόλο φοροεισπράκτορα (όπως ιδίως με το ΕΕΤΗΔΕ), εν συνεχεία υποχρεώθηκε να απολέσει μέρος της περιουσίας της χωρίς αντάλλαγμα και τα τελευταία ιδίως έτη υποχρεώθηκε να λειτουργεί σε ένα παράδοξο πλαίσιο (όπως με την ιδιάζουσα περίπτωση της αγοράς ΝΟΜΕ, που όμως δεν ακολουθεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα) αλλά και πρωτίστως υποχρεώθηκε (λόγω κυβερνητικών παρεμβάσεων) να μην επιδιώκει την είσπραξη των οφειλομένων σε αυτή ποσών. Οι συνθήκες αυτές θα ήταν ικανές για να αιτιολογήσουν την κακή πορεία και έλλειψη ρευστότητας οποιασδήποτε επιχείρησης, οσοδήποτε προσοδοφόρας δραστηριότητας. Πολλώ δε μάλλον όταν συνδυάζονται με τα σταθερά δομικά προβλήματα που αφορούν στην ελληνική αγορά ενέργειας και τη ΔΕΗ, περιλαμβανομένων των συνεχών κυβερνητικών παρεμβάσεων στη διοίκηση της ΔΕΗ αλλά και στην έλλειψη στιβαρής και ανεξάρτητης εποπτείας από τις αρμόδιες ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές». 

Η έλλειψη ρευστότητας ως άλλοθι για ένα πιθανό «ξεπούλημα»;

Ωστόσο, όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα ακόμη και οι επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται τη ΔΕΗ έχουν συμφωνήσει ότι η επιχείρηση παραμένει πυλώνας στον ενεργειακό κλάδο της χώρας. Οι μελλοντικές κινήσεις απαιτούν μάλλον ψυχραιμία για να υπάρξει το βέλτιστο αποτέλεσμα και η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης μάλλον θα πρέπει να αποσυνδεθεί έστω και επικοινωνιακά από τα όλο εγχείρημα. 

«Φαίνεται επομένως πως η έλλειψη ρευστότητας της ΔΕΗ δύναται να δώσει και πάλι έναυσμα σε πιέσεις για την άρον άρον εκποίηση κρίσιμου μεγέθους και στρατηγικής σημασίας περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ, όπως ιδίως υδροηλεκτρικές της μονάδες (ενδεχομένως μαζί και με λιγνιτικές μονάδες ή και με άλλα στοιχεία). Είναι σημαντικό για τη Χώρα η ανάγκη άμεσης ενίσχυσης της ρευστότητας της ΔΕΗ, που είναι επιτεύξιμη, να μην έχει ως θύμα τα τελευταία μεγάλα περιουσιακά στοιχεία και πλουτοπαραγωγικές πηγές της ΔΕΗ. Η ΔΕΗ είναι μία εξαιρετικά σημαντική δημόσια επιχείρηση, με στρατηγικό ρόλο στην εθνική οικονομία, και με κεντρική θέση στην ελληνική κοινωνία. Διαθέτει τα μέσα, την εμπειρία και πρωτίστως το δυναμικό ώστε, αφού επανακάμψει, να μετάσχει σε μία νέα εποχή συλλογικής προόδου.

Η επανάκαμψη της ΔΕΗ, ως βασικής δημόσιας επιχείρησης, μπορεί να συντελεσθεί με την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αιτίων των προβλημάτων που αντιμετωπίζει με τα κατάλληλα μέσα –και όχι με δυσανάλογες και απρόσφορες ενέργειες που θα προσομοιάζουν σε εκκαθάριση εν λειτουργία. Η επιτυχία στο ιδιαίτερα δυσχερές αυτό εγχείρημα, της επανάκαμψης της ΔΕΗ, θα ενισχύσει συνολικά την ελληνική οικονομία και κοινωνία, θα στηρίξει τον κλάδο της ενέργειας και θα αποτελέσει μείζον πολιτικό επίτευγμα», εκτιμά ο κ. Τοκατλίδης.