Ένα σοβαρό περιστατικό πετρελαϊκής ρύπανσης θα επέφερε ολέθριες επιπτώσεις για δεκαετίες στην τουριστική βιομηχανία (ζημία ύψους 5 δισ. ευρώ) και την αλιευτική δραστηριότητα του Ιονίου, της Δυτικής Ελλάδας και της Κρήτης, κοστίζοντας στην εθνική οικονομία έως και 7,74 δισ. ευρώ με ονομαστικούς όρους (5,3 δισ. ευρώ σε παρούσα αξία), σύμφωνα με τη νέα μελέτη του WWF Ελλάς.

Σε σχετική μελέτη που έδωσε τη Δευτέρα στη δημοσιότητα το WWF Ελλάς αναλύονται για πρώτη φορά ολοκληρωμένα στοιχεία γύρω από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων (πετρελαίου και φυσικού αερίου) που σχεδιάζονται να πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα, καθώς και πληροφορίες για τις επιπτώσεις που θα έχουν στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Η μελέτη συντάχθηκε για λογαριασμό της οργάνωσης από την συμβουλευτική εταιρία eftec, μία από τις κορυφαίες συμβουλευτικές εταιρείες σε θέματα οικονομικών του περιβάλλοντος στην Αγγλία.

Όπως αναφέρει μεταξύ άλλων:

•    Το κόστος από πολλαπλά περιστατικά διαρροής στη χώρα θα ξεπερνούσε τα 7,6 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους, δηλαδή σε αναλογία περίπου το 4% του σημερινού εθνικού ΑΕΠ.
•    Λόγω του μεγέθους του τουριστικού εισοδήματος της Κρήτης και του Ιονίου, ένα σοβαρό περιστατικό διαρροής/ρύπανσης μόνο στην Κρήτη θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιά που αγγίζει τα 2,2 δισ. ευρώ, ενώ ένα αντίστοιχο περιστατικό στο Ιόνιο, ζημιά της τάξης των 1,78 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 25 ετών.
•    Σχεδόν 45.000 θέσεις εργασίας που συνδέονται άμεσα και έμμεσα με τον τουρισμό θα χάνονταν από ένα σοβαρό περιστατικό διαρροής/ρύπανσης στην Κρήτη και σχεδόν 25.000 θέσεις εργασίας από ένα αντίστοιχο περιστατικό στο Ιόνιο.
•    Ακόμα και αν δεν συμβεί σημαντικό περιστατικό διαρροής, η αρνητική επίπτωση για την οικονομία ανέρχεται σε 0,8 - 1,3 δισ. ευρώ σε μία περίοδο 25 ετών.
•    Οι απώλειες στον κλάδο της αλιείας που είναι ιδιαίτερα ευάλωτος από τη ρύπανση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, θα μπορούσαν να φτάσουν τα 180 εκατ. ευρώ.

O Δημήτρης Ιμπραήμ, υπεύθυνος εκστρατείας του WWF Ελλάς ενάντια στους υδρογονάνθρακες στην Ελλάδα σχολιάζει: «Η κυβέρνηση και το πετρελαϊκό λόμπι έχουν χτίσει ένα αφήγημα που αναφέρεται σε μυθικά κέρδη και οφέλη, χωρίς να έχουν το παραμικρό στοιχείο για να το τεκμηριώσουν. Στηρίζουν τη ρητορική τους σε εκτιμήσεις, υποθέσεις, και ανεπιβεβαίωτες θεωρίες του παρελθόντος, αποκρύπτουν τον κίνδυνο και μιλούν για ανάπτυξη και έξοδο από την οικονομική ύφεση, τη στιγμή που το μέλλον μας απειλείται από μία πρωτόγνωρη για τη χώρα περιβαλλοντική απειλή που μπορεί κυριολεκτικά να καταστρέψει τις τοπικές κοινωνίες και την εθνική οικονομία».

Με δεδομένα την ανοιχτή θάλασσα, τα μεγάλα θαλάσσια βάθη και την τεράστια ακτογραμμή των περιοχών που έχουν παραχωρηθεί, σε συνδυασμό με την τουριστική τους αξία, το παραμικρό λάθος ή αστοχία μπορεί να αποβεί καταστροφικό για τις τοπικές κοινωνίες και την εθνική οικονομία. Τις ανησυχίες αυτές εντείνει η υπονόμευση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και η συστηματική απουσία ουσιαστικής διαβούλευσης κατά την αδειοδοτική διαδικασία. Η μακρά εμπειρία από περιστατικά πετρελαϊκής ρύπανσης έχει δείξει ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν ανακάμπτουν για δεκαετίες, ενώ μόλις ένα ποσοστό που σπάνια ξεπερνά το 10% της διαρροής ανακτάται. Το υπόλοιπο συνεχίζει να ρυπαίνει και να βλάπτει την περιοχή και μαζί την τουριστική της φήμη.

«Η θαλάσσια περιοχή του Ιονίου και της Κρήτης, η Ήπειρος, η Δυτική Ελλάδα και η Πελοπόννησος, είναι ευαίσθητα οικοσυστήματα παγκόσμιας σπουδαιότητας που φιλοξενούν σπάνια και απειλούμενα είδη. Είναι περιοχή με τεράστια ιστορία και πολιτισμό. Και είναι πόλος έλξης για δεκάδες εκατομμύρια τουρίστες από όλον τον κόσμο κάθε χρόνο. Δεν είναι οικόπεδα προς παραχώρηση για εκμετάλλευση από την πετρελαϊκή βιομηχανία. Ούτε στους χειρότερους εφιάλτες μας δεν θα σκεφτόμασταν πλατφόρμες εξόρυξης πετρελαίου δίπλα στην Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και τα Χανιά, τον Κόλπο του Λαγανά, τον Κυπαρισσιακό και τον Αμβρακικό κόλπο, τα Ζαγοροχώρια και το φαράγγι του Βίκου», πρόσθεσε ο Δημήτρης Ιμπραήμ.