Νέα σελίδα αναγκάζεται να γυρίσει η ΔΕΗ μετά από μια επίπονη διαδικασία από την οποία διήλθε η επιχείρηση για την πώληση των μονάδων σε Φλώρινα και Μεγαλόπολη. Ο διαγωνισμός για την αποεπένδυση του 40% του λιγνιτικού δυναμικού της επιχείρησης κηρύχθηκε άγονος καθώς το επενδυτικό ενδιαφέρον ήταν ελάχιστο (μόνο ο όμιλος Μυτιληναίος κατέθεσε δεσμευτική προσφορά) και το τίμημα ιδιαίτερα χαμηλό. Η ΔΕΗ από την πλευρά της είχε προβεί εγκαίρως σε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες για τη διενέργεια του διαγωνισμού, οι όροι και οι προϋποθέσεις  παρά τις όποιες ενστάσεις είχαν καθοριστεί αλλά ο διαγωνισμός κηρύχθηκε άγονος

Η πώληση των μονάδων αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση, γεγονός  το οποίο σχεδόν αποκλείει εναλλακτικά σενάρια και υπαγορεύει την επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού. Η ΔΕΗ πρέπει να ξεκινήσει ακόμη και για τυπικούς λόγους μια νέα διαδικασία καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρηθεί ότι παραβιάζει τη συμφωνία με τους Θεσμούς.

Αυτό άλλωστε ανακοίνωσε και η ίδια η διοίκηση της ΔΕΗ το απόγευμα της Παρασκευής σημειώνοντας ότι «Η ΔΕΗ σε συνεργασία με το ΥΠΕΝ και τις αρμόδιες Γενικές Διευθύνσεις της ΕΕ, ιδιαίτερα με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, είναι έτοιμη να προβεί το συντομότερο σε επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού, με την πεποίθηση ότι με τη διευθέτηση σημερινών εκκρεμοτήτων, όπως τα ΑΔΙ, και με την έμπρακτη απόδειξη μέσω της λειτουργίας των διαφόρων μέτρων εξοικονόμησης και βελτίωσης της αποδοτικότητας των προς πώληση θυγατρικών εταιρειών, η νέα διαδικασία θα είναι επιτυχής». 

Για ποιους λόγους όμως οι επενδυτές απέρριψαν τις μονάδες της ΔΕΗ και τι είναι εκείνο το οποίο θα τους εμποδίσει να το ξανακάνουν κατά τη διεξαγωγή ενός νέου διαγωνισμού; 

Γιατί οι επενδυτές δεν ενδιαφέρθηκαν για τις μονάδες της ΔΕΗ

Παρά τις όποιες αδυναμίες που μπορεί να παρουσίαζαν οι όροι του διαγωνισμού το μειωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον υπακούει μάλλον στην στρατηγική που ακολουθούν οι επιχειρήσεις από τον κλάδο της ενέργειας σε διεθνές επίπεδο οι οποίες στρέφονται στην καθαρή ενέργεια. Στις ευρωπαϊκές χώρες σταδιακά εγκαταλείπεται ο λιγνίτης (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, κλπ) ενώ ο εθνικός στόχος για την Ελλάδα είναι η μείωση του λιγνίτη στο 17% μέχρι το 2030. Οι εταιρείες δεν θέλουν να επενδύσουν σε στοιχεία τα οποία θα είναι εκτός αγοράς και εκτός ανταγωνισμού μετά από λίγα χρόνια ενώ οι τιμές των ρύπων δημιουργούν ένα αβέβαιο περιβάλλον (από τα 7 ευρώ φθάσαμε στα 16 ευρώ και μέχρι το 2025 θα έχουν τριπλασιαστεί). Αυτό σημαίνει ότι το κόστος λειτουργίας τους θα είναι πολύ υψηλό, δεν θα είναι κερδοφόρες και παρά το γεγονός ότι τώρα είναι πιο φθηνές σε σχέση με τα υδροηλεκτρικά και τις Ανανεώσιμες Πηγές στο μέλλον δεν θα είναι αποδοτικές και θα εκτοπιστούν από το ενεργειακό μείγμα και την αγορά. 

Παράγοντες της αγοράς στο πλαίσιο των συζητήσεων για την αποεπένδυση της ΔΕΗ είχαν εκτιμήσει ότι η ιδανική λύση θα ήταν οι προς πώληση μονάδες να περάσουν στα χέρια Κινέζων. Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε είχαν προηγηθεί και συζητήσεις μεταξύ της διοίκησης της ΔΕΗ με επιχειρήσεις στην Κίνα καθώς πρόκειται για μία χώρα η οποία είναι πολύ εξοικειωμένη με τη χρήση λιγνίτη και έχει αναπτύξει πολύ προηγμένες τεχνολογίες για τον εκσυγχρονισμό τέτοιων μονάδων οι οποίες θα μπορούσαν να μειώσουν μέχρι και κατά 90% τις εκπομπές των ρύπων. Στο τέλος όμως οι Κινέζοι επενδυτές δεν εμφανίστηκαν.

Ένα ακόμη πρόβλημα αποτελούν τα ΑΔΙ του λιγνίτη (η αποζημίωση των μονάδων για τη διασφάλιση επάρκειας ισχύος) για τα οποία το τοπίο παραμένει «θολό».  Η ευρωπαϊκή πολιτική και το ο Clean Energy Package προβλέπουν περιορισμούς για το ποίες μονάδες θα μπορούν να είναι επιλέξιμες να λαμβάνουν τις αποζημιώσεις με βάσει συγκεκριμένα όρια εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Το ίδιο πρόβλημα με την Ελλάδα έχουν και άλλα ευρωπαϊκά κράτη όπως είναι η Πολωνία με τον κίνδυνο οι επιχειρήσεις του κλάδου να μην μπορούν να λαμβάνουν μελλοντικά αυτού του είδους τη χρηματοδότηση. 

Οι όροι του διαγωνισμού, σε μια «δεύτερη» πλέον ανάγνωση και κρίνοντας «κατόπιν εορτής» παρουσίαζαν επίσης αρκετές αδυναμίες οι οποίες σχετίζονταν με τα εργασιακά, τον επιμερισμό των ζημιών, κλπ. 

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Χρηματοοικονομικών και Ενεργειακής Οικονομίας και πρόεδρος της ΗΑΕΕ, κ. Κώστας Ανδριοσόπουλος, «με την ενεργειακή μετάβαση και τη μείωση της χρήσης του άνθρακα καθίσταται αποτρεπτικό για τις επιχειρήσεις να εντάξουν λιγνιτικά assets στους ισολογισμούς τους. Είναι πλέον θέμα στρατηγικής, η οποία κινείται σε πορεία αντίθετη από εκείνη των ορυκτών καυσίμων». 

Η επόμενη μέρα και οι προϋποθέσεις για την επιτυχία ενός νέου διαγωνισμού 

Ένα ρητό λέει ότι «όταν κλείνει μία πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο» και σίγουρα η ΔΕΗ δεν μπορεί να αφήσει καμία μελλοντική ευκαιρία να πάει χαμένη. Ήδη έχουν εντοπιστεί τα τρωτά σημεία των όρων του διαγωνισμού και προφανώς η επόμενη φάση θα συμπεριλαμβάνει και τροποποίηση των όρων.

Όμως, όπως αναφέρει μιλώντας στο insider.gr πηγή η οποία παρακολουθεί από κοντά τη διαδικασία της αποεπένδυσης της ΔΕΗ, «το πρόβλημα δεν θα λυθεί έτσι απλά. Η ευρωπαϊκή πολιτική ουσιαστικά «δυναμιτίζει» οποιαδήποτε επένδυση σε λιγνίτες με αποτέλεσμα η διαδικασία της αποεπένδυσης να οδηγείται σε ένα φαύλο κύκλο. Τα κίνητρα δεν επαρκούν και το βασικό ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί είναι εκείνο της χρήσης του λιγνίτη και της συμμετοχής του στο ενεργειακό μείγμα. Η  Ελλάδα και κάποια άλλα κράτη τα οποία βασίζονται κυρίως στο λιγνίτη πρέπει να δημιουργήσουν ένα μπλοκ και όλα μαζί να απευθυνθούν στην ΕΕ ζητώντας εξαιρέσεις. Διαφορετικά, θα πρέπει να ξεχάσουμε τις επενδύσεις στον κλάδο αυτό με ό,τι αυτό συνεπάγεται».

Το τίμημα πώλησης των μονάδων αποτελεί επίσης ένα «δίκοπο μαχαίρι» για την επιχείρηση. Από τη μία, οι επενδυτές δεν θέλουν να προσφέρουν υψηλά ποσά για να αποκτήσουν περιουσιακά στοιχεία τα οποία μελλοντικά θα απαιτηθεί να περιορίσουν τη λειτουργία τους και από την άλλη, ένα χαμηλό τίμημα δεν συμφέρει την επιχείρηση για τον πρόσθετο λόγο ότι τότε θα έχει πρόβλημα και με τα δάνεια που έχει συνάψει και θα χρειαστεί μεγαλύτερη ρευστότητα την οποία δεν θα την έχει.