Την ώρα που ο εναλλακτικός τουρισμός και δη ο γαστρονομικός, κάνει δειλά αλλά σταθερά βήματα στην προσπάθειά του να κατακτήσει το δικό του μερίδιο στην «βαριά βιομηχανία της χώρας», αναδιαμορφώνοντας παράλληλα και την επιχειρηματική σκακιέρα του τουριστικού κλάδου, ο κ. Στέλιος Ιωάννου και οι συνεργάτες του, αποφάσισαν να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση για να προσφέρουν στους επισκέπτες της χώρας μας μια «Γεύση από Ελλάδα», αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και τις γαστριμαργικές παραδόσεις της κάθε περιοχής.

Προωθώντας μέσω του «Gooking Lessons Greece» πακέτα γαστρονομικού τουρισμού, -ταξίδια δηλαδή με προορισμό την γεύση και στόχο την εκμάθηση παρασκευής ελληνικών εδεσμάτων- κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια και εν μέσω κρίσης να αποτελέσουν ζωντανή απόδειξη του ότι «ακόμα και σήμερα υπάρχει δυνατότητα διαφυγής από την στείρα ανακύκλωση του νοσηρού αφηγήματος της Ελλάδας της κρίσης και των αδιεξόδων του».

Η προσπάθειά τους ξεκίνησε στα τέλη του 2009, λίγο πριν η κρίση χτυπήσει την πόρτα της χώρας, όπως αναφέρει στο Insider.gr ο κ. Ιωάννου, σε μια δύσκολη δηλαδή συγκυρία, η οποία στη συνέχεια έγινε δυσκολότερη.

«Έχοντας έντονη παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα σχετικά με την παρασκευή τυπικά ελληνικών πιάτων, καταγράψαμε το πολύ μεγάλο ενδιαφέρον που έδειχναν για την ελληνική κουζίνα, όχι μόνο οι δεύτερης γενιάς απόδημοι έλληνες, αλλά κυρίως οι ξένοι που είτε είχαν στο πρόγραμμα τους να επισκεφτούν την Ελλάδα, είτε είχαν επιδείξει ενδιαφέρον για τα υψηλής ποιότητας ελληνικά βιολογικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο».

Κάπου εκεί γεννήθηκε η ιδέα της επένδυσης σε μια δραστηριότητα, «η οποία δεν απευθύνεται στο μέσο ξένο τουρίστα, αλλά σε οικονομικά ανώτερο κοινό, το οποίο επιθυμεί να βιώσει αυτό που εμείς ονομάζουμε "συνολική εμπειρία στην ελληνική κουζίνα και τα φρέσκα ελληνικά προϊόντα"».

«Στόχος μας ήταν να προσφέρουμε μια γεύση Ελλάδας αναδεικνύοντας εκτός από τα υψηλής ποιότητας ελληνικά διατροφικά προϊόντα και τα οφέλη της ελληνικής διατροφής για τον άνθρωπο, διατροφής που βασίζεται στο ελαιόλαδο και τα φρέσκα λαχανικά αλλά και στα υψηλής ποιότητας κρέατα και πουλερικά καθώς και στα φρέσκα γαλακτοκομικά προϊόντα».

Στο πλαίσιο αυτό, υιοθέτησαν την ιδέα του «360 Balanced Nutrition Concept», όπου αναδεικνύει την ντόπια παραγωγή των περιοχών που δραστηριοποιούνται, με το σκεπτικό ενός καλαθιού προϊόντων που προσφέρεται στους τουρίστες, το οποίο περιλαμβάνει επίσης, το μέλι, τους ξηρούς καρπούς, τα γλυκά του κουταλιού, τα φρούτα, αλλά και το ιδιαίτερα υψηλής ποιότητας, εμφιαλωμένο -και μόνον- ελληνικό κρασί.

Τα σεμινάρια παραδίδονται σε συγκεκριμένους προορισμούς οι οποίοι παρουσιάζουν «ιδιαίτερο ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον».

«Αρχικά λανσάραμε το πρόγραμμα του Cooking Vacation. Σε αυτό οι επισκέπτες, εκτός από την παρασκευή των εδεσμάτων, έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τα φρέσκα ελληνικά βιολογικά προϊόντα και ειδικά τα κηπευτικά, τα οποία παράγονται από εμάς σε μικρή κλίμακα και συλλέγονται από τον επισκέπτη. Ταυτόχρονα έρχονται σε επαφή με την ελληνική αγορά διατροφής, για όσα προϊόντα δεν παράγονται από εμάς αλλά ενημερώνονται και για την σύνδεση των εδεσμάτων με τις παραδόσεις της κάθε περιοχής, μια ολοκληρωμένη δηλαδή εμπειρία».

Στην ουσία, όπως διευκρινίζει ο κ. Ιωάννου εκπαιδεύουν τον επισκέπτη σε ένα είδος διατροφικών επιλογών, που θα πάρει μαζί του, στην καρδιά του και στο μυαλό του, όταν επιστρέψει στη χώρα του ενώ συμβάλλουν ενεργά και στην εξάπλωση των ελληνικών προϊόντων και του εμπορικού ονόματος, «Ελλάδα - Τόπος και προϊόντα Υψηλής Ποιότητας” συνολικά».

Στη συνέχεια βέβαια, ανταποκρινόμενοι στη ζήτηση, δημιουργήσαν και πιο ευέλικτα προγράμματα, δηλαδή μικρότερης διάρκειας, προκειμένου να καλύψουν το υψηλό ενδιαφέρον, πάντοτε ωστόσο απευθυνόμενοι στο ίδιο κοινό.

Σήμερα η επιχείρηση εκτός από το Cooking Vacation, παρέχει και Cooking Workshop (μάθημα τριών ωρών σχετικό με την προετοιμασία συγκεκριμένων εδεσμάτων, όπως πίτες, μαγειρευτά φαγητά, ψωμί, αλλά και ζυμαρικά, ανάλογα με την επιθυμία του επισκέπτη), One Day Cooking Class (ελληνικό πρωινό, ψώνια και εισαγωγή στην ελληνική κουζίνα), Two Days Cooking Class (το οποίο εκτός των άλλων περιλαμβάνει και γευσιγνωσία και συνδυασμό ελληνικών κρασιών με ελληνικά εδέσματα) ενώ πρόσφατα προστέθηκε και το πρόγραμμα Wine Tastings & Vacations το οποίο δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να έχει μια πρώτη γνωριμία με τους πραγματικούς θησαυρούς του ελληνικού αμπελώνα και των προϊόντων τους, μέσα από γευσιγνωσίες βραβευμένων διεθνώς, επιλεγμένων εμφιαλωμένων οίνων.

«Είμαστε ιδιαίτερα περήφανοι που η δουλειά μας αυτή έχει αποδώσει καρπούς και αναγνωρίζεται από την διεθνή κοινότητα. Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η αγγλική The Telegraph μας συμπεριέλαβε στους 10 καλύτερους προορισμούς στην Ελλάδα, πράγμα που θεωρούμε ότι είναι εκτός των άλλων, μια επιβράβευση της εξωστρέφειας που μας διακρίνει και αποτελεί ζωντανή απόδειξη του ότι μπορεί κανείς με σοβαρή προσπάθεια και όραμα, να ξεφύγει από την στείρα ανακύκλωση του νοσηρού αφηγήματος της Ελλάδας της κρίσης και των αδιεξόδων».

Τα μαθήματα που παραδίδουν οι έμπειροι μάγειρες λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα, στα ευρύτερα Προάστια της Αττικής, στην Τήνο και στα Ιστορικά Αμπελάκια Θεσσαλίας, προορισμός που, όπως μας ενημερώνει ο κ. Ιωάννου, επιλέχθηκε χάρη στο ότι η περιοχή θεωρείται κοιτίδα της έννοιας του συνεταιρισμού παγκοσμίως. Στα μελλοντικά σχέδια περιλαμβάνεται η επέκταση του ταξιδιού της γεύσης και σε λιγότερο τουριστικές περιοχές της χώρας, με πρώτες επιλογές την Μακεδονία και τη Θράκη, καθώς και υψηλού ενδιαφέροντος τουριστικούς προορισμούς όπως η Σαντορίνη και η Κρήτη.

Όσο για τα εδέσματα που ζητούν περισσότερο να μυηθούν στην παρασκευή τους οι ξένοι τουρίστες μαθαίνουμε πως είναι οι πίτες και τα κλασικά μαγειρευτά φαγητά, ενώ σε ότι αφορά στο κρασί, τα σκήπτρα κρατούν οι τοπικές ποικιλίες των περιοχών που γίνονται τα μαθήματα, όπως το Σαββατιανό στην Αττική, το Ξινόμαυρο-Ραψάνη στη Θεσσαλία, αλλά και άλλων όπως η Μαλαγουζιά, το Ασύρτικο, το Αγιωργήτικο, η Ρομπόλα, το Κοτσυφάλι, το Λιάτικο κλπ.

Ένας από τους λόγους που η προσπάθειά τους έχει μέχρι στιγμής στεφθεί με επιτυχία, είναι άλλωστε σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου και τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της ελληνικής γαστρονομίας. «Η ελληνική κουζίνα, σύμφωνα με τους ειδικούς της διατροφής παγκοσμίως, αποτελούν τη βάση για μια υγιεινή διατροφή με πολλαπλά οφέλη για την υγεία του ανθρώπου. Τα ελληνικά μαγειρευτά παραδοσιακά πιάτα, βασίζονται σε φρέσκα προϊόντα, χωρίς κορεσμένα λιπαρά και αποτελούν μια διαρκή πηγή ζωής και ενέργειας για τον άνθρωπο».

Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος σύμφωνα με τον ίδιο για τον οποίο οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού θα έπρεπε να προωθούνται ιδιαίτερα από το κράτος. «Η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη, στην οποία εντάσσεται και ο γραστρονομικός τουρισμός, βοηθά στην ανάδειξη ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας, ακόμα και των λιγότερο “ελκυστικών προορισμών”, διεθνώς ως τουριστικό προορισμό ποιότητας και η αρωγή του κράτους στην προσπάθεια αυτή, οφείλει να είναι σημαντική και πρέπει να γίνουν ακόμα πολλά, όπως συμπληρώνει.

Θα πρέπει να διασφαλιστεί ένα φορολογικά φιλικό και κυρίως σταθερό και βιώσιμο οικονομικό περιβάλλον. «Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιο, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν έχει επιτευχθεί και τα βήματα που γίνονται προς την κατεύθυνση αυτή, είναι μάλλον λίγα και με αργό ρυθμό. Η εκμετάλλευση των Κοινοτικών κονδυλίων, είναι κομβικής σημασίας ειδικά σε αυτή την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ωστόσο είναι απαραίτητη και η ορθολογική διαχείριση η ρύθμιση και η ύπαρξη στρατηγικού σχεδιασμού από την πλευρά του κράτους, με γνώμονα την ανάδειξη των τοπικών αγορών και των περιοχών, ανά την Ελλάδα. Τέτοιες δράσεις θα μπορούσαν να δώσουν μια βαθιά ανάσα στην προσπάθεια επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας, που δυστυχώς στην παρούσα φάση, φαίνεται να αναζητά διεξόδους σε αδιέξοδα δρόμους, με αδιέξοδες πολιτικές».