Ένα ακόμη λουκέτο μετρά από χτες η ελληνική αγορά. Η πορεία της Ηλεκτρονικής Αθηνών κατά πολλούς ήταν προδιαγεγραμμένη, αφού τα τελευταία τουλάχιστον τέσσερα χρόνια ο ιδιοκτήτης της Γιάννης Στρούτσης, πίστευε (και έλεγε και στους επενδυτές του) ότι θα μπορούσε να την θέσει ξανά σε κερδοφόρα τροχιά και κάθε φορά, οι ελπίδες του διαψευδόταν. 

Η μείωση της ζήτησης, τα capital controls που –εκτός των άλλων– ενίσχυσαν την καχυποψία των ξένων προμηθευτών προς τις ελληνικές επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με την στάση των δανειστριών τραπεζών κατέστησαν αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας της, όπως παραδέχτηκε χτες σε ανακοίνωση της και η αλυσίδα. 

Παρά την κακή χρηματοοικονομική της κατάσταση, οι πιστώτριες τράπεζες δέχτηκαν τον Απρίλιο του 2015 να στηρίξουν την αλυσίδα, προχωρώντας σε ένεση ρευστότητας 3 εκατ. ευρώ υπό την προϋποθεση ότι ο κ. Στρούτσης θα προχωρούσε σε αναδιάρθρωση του δικτύου του (έκλεισαν τότε 12 καταστήματα), σε μείωση των μισθών των εργαζομένων (κατά 20%) και σε περικοπές του λειτουργικού κόστους τουλάχιστον κατά 30%. 

Όμως και ο ίδιος ο κ. Στρούτσης (βασικός μέτοχος με 90% στην Ηλεκτρονική Αθηνών) έβαλε το χέρι στην τσέπη χρηματοδοτώντας με 1 εκατ. ευρώ την επιχείρηση μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, η οποία καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από τον ίδιο.

Τους μήνες που ακολούθησαν η κατάσταση για την Ηλεκτρονική Αθηνών αντί να βελτιωνόταν γινόταν ολοένα και δυσχερέστερη. 

Υπήρξε αδυναμίας καταβολής των δανειακών της υποχρεώσεων προς τις τράπεζες, πάγωμα των πληρωμών προς τους προμηθευτές και κατακόρυφη μείωση της ζήτησης, όχι μόνο λόγω της οικονομικής συγκυρίας, αλλά και του γεγονότος ότι οι καταναλωτές έβρισκαν άδεια τα ράφια των καταστημάτων.

Τουλάχιστον 20 καταστήματα έκλεισαν τους τελευταίους μήνες, ωστόσο καμία καθυστέρηση δεν υπήρξε ποτέ στην καταβολή των δεδουλευμένων των εργαζομένων. 

Το μερίδιο της Ηλεκτρονικής Αθηνών που παλαιότερα έφτανε το 13%, τους τελευταίους μήνες είχε υποχωρήσει κάτω από το 9%, ενώ το δίκτυο της περιορίστηκε στα 41 μόλις καταστήματα. 
Παρά τις προσπάθειες το λουκέτο, ήταν αναπόφευκτο. 

Από τα ψηλά στα χαμηλά

Απόφοιτος της ΑΣΟΕΕ, ο Γιάννης Στρούτσης, στα μέσα της δεκαετίας του 80 αντιλήφθηκε ότι το μέλλον της Ελλάδας, ονομαζόταν «εμπορική ανάπτυξη».

Ακολουθώντας τα βήματα και άλλων ελλήνων επιχειρηματιών της εποχής (Κορασίδη, Γερμανό κλπ), παίρνει την Ηλεκτρονική Αθηνών (μία αλυσίδα η οποία προϋπήρχε από το 1950) και σύντομα την κάνει μία από τις ισχυρότερες του κλάδου. 

Η ανάπτυξη ήταν ραγδαία και ο ίδιος είχε κάθε λόγο για να πανηγυρίζει. 
Απόφαση σταθμός -και κατά πολλούς ένα από τα σημαντικότερα λάθη που έκανε -ήταν η επέκταση του στα Βαλκάνια. Και αυτό γιατί ενώ θα έπρεπε να είχε δώσει έμφαση στο εσωτερικό, όπου είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους οι πολυεθνικές, εκείνος ξόδεψε χρόνο και χρήμα σε λάθος επιχειρηματική κατεύθυνση. 

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς το λουκέτο που μπήκε το 2002 στην αλυσίδα Ράδιο Κορασίδη, μπορεί να τάραξε τα νερά, αλλά ουδόλως προβλημάτισε τον ιδιοκτήτη της Ηλεκτρονικής. 

Αν και οι τότε αλυσίδες που δραστηριοποιούταν στην ελληνική αγορά βγήκαν κερδισμένες από την κατάρρευσης της Κορασίδης, εντούτοις μέσα στο επόμενο διάστημα ο ήδη έντονος ανταγωνισμός ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την εμφάνιση αλυσίδων από το εξωτερικό όπως η Media Markt και η FNAC αλλά και ελληνικών συμφερόντων όπως η Public.
Και μπορεί το 2007 ο τζίρος του κλάδου να έφτανε τα 3,2 δισ. ευρώ, γεγονός που σήμαινε ότι υπήρχαν χρήματα για όλους, από την έναρξη της κρίσης όμως ξεκίνησε η καθοδική πορεία φτάνοντας στα επίπεδα του 1,6 -1,7 δισ. γεγονός που σήμαινε ότι η επιβίωση ήταν θέμα… ορισμένων.

Για τις πολυεθνικές (Media Markt), αλλά και τις ελληνικές που ελέγχονται από ξένους Ομίλους (Κωτσόβολος), η κατάσταση ήταν σαφώς καλύτερη αφού οι μητρικές κατάφεραν να τις στηρίξουν οικονομικά σε δύσκολες εποχές. 
Δεν συνέβη το ίδιο και για την Ηλεκτρονική Αθηνών, η οποία αν και παλαιότερα είχε δεχτεί προτάσεις από στρατηγικούς επενδυτές, ο κ. Στρούτσης είχε απορρίψει κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Το σκάνδαλο των πλαστών τιμολογίων και το πρόστιμο των 80 εκατ. ευρώ

Το 2012 το ΣΔΟΕ αποκαλύπτει ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα εικονικών τιμολογίων στην χώρα μας, μέσω ενός οργανωμένου συστήματος υπεξαίρεσης ΦΠΑ γνωστή διεθνώς ως μέθοδο «Carousel» ή «Missing Trader» η οποία στηρίζεται στην εισαγωγή προϊόντων ελεύθερων ΦΠΑ και την εικονική μεταπώληση του σε άλλους (με είσπραξη ΦΠΑ) ή και την επανεξαγωγή του τελικά σε τρίτες χώρες, ενώ ο αρχικός εισαγωγέας κάποια στιγμή «εξαφανίζεται». 

Η πρωταγωνίστρια του σκανδάλου φέρεται να αποθήκευε τα εμπορεύματα που αγόραζε από τις εταιρείες που συμμετείχαν στο κύκλωμα και στη συνέχεια "πωλούσε" σε ελληνικές εταιρείες εμπορίας ηλεκτρικών και άλλων ειδών και επιχειρήσεις στην Ε.Ε.

Για τη λειτουργία του κυκλώματος, χρησιμοποιήθηκαν επιχειρήσεις φαντάσματα χωρίς ουσιαστική συναλλακτική δραστηριότητα με μοναδικό σκοπό την έκδοση και λήψη φορολογικών στοιχείων ως χαρτιά νοούμενα, άνευ αντικειμένου συναλλαγής, προκειμένου με διαδοχικές τιμολογήσεις να ωφεληθούν από την ιδιοποίηση του αναλογούντος ΦΠΑ.

Για τα ίδια αυτά εμπορεύματα που θεωρητικά είχε αγοράσει, η εταιρεία εξέδιδε εικονικά φορολογικά στοιχεία πώλησης (αφού ουσιαστικά ποτέ δεν κατείχε τα εμπορεύματα) προς εταιρείες πελάτες της, οι οποίες με τον τρόπο αυτό παρουσίαζαν αυξημένο ΦΠΑ εισροών και έξοδα αγορών, ενώ η ίδια χρεώνοντας και πιστώνοντας το ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ από τα ληφθέντα και εκδοθέντα εικονικά τιμολόγια.

Για την εμπλοκή τους στην υπόθεση κατηγορήθηκαν 22 λιανεμπορικές επιχειρήσεις, μεταξύ αυτών και η Ηλεκτρονική Αθηνών. 

Από τις πρώτες στιγμές ο κ. Στρούτσης υποστήριζε ότι όλες οι αγορές και οι πωλήσεις της Ηλεκτρονικής ήταν και είναι πραγματικές, τονίζοντας ότι η εταιρεία κατέβαλε τον αναλογούντα ΦΠA μέσω των προβλεπόμενων τραπεζικών λογαριασμών.

Το πρόστιμο που της επεβλήθη άγγιξε τα 80 εκατ. ευρώ. Το πρόστιμο που τελικώς πληρώθηκε έφτασε το 1,5 εκατ ευρώ... το πλήγμα όμως του κύρους της ήταν μεγάλο.