Σε πρόσθετους φόρους 3,5 δισ. ευρώ έως το 2018 οδηγούν οι παρεμβάσεις που διαπραγματεύεται η κυβέρνηση με τους Θεσμούς, με τους υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης να τοποθετούν την παραγόμενη ύφεση από τα εν λόγω μέτρα σε μόλις 1% του ΑΕΠ σε βάθος τριετίας. Ωστόσο, το τελικό ποσοστό της ύφεσης θα εξαρτηθεί από το βαθμό περικοπής των δαπανών του ασφαλιστικού, καθώς εάν αυτές είναι μεγάλες δεν αποκλείεται να επαναληφθούν οι αρνητικές επιδόσεις του 2011.

Σημειώνεται πως μόνο από τις αλλαγές στο αφορολόγητο, τους φορολογικούς συντελεστές και την εισφορά αλληλεγγύης η κυβέρνηση υπολογίζει περισσότερα από 1,6 δισ. ευρώ, ενώ ακόμη 1 δισ. ευρώ εκτιμά ότι μπορεί να συλλέξει από τη διεύρυνση της φορολογική βάσης του ΕΝΦΙΑ, την αύξηση της φορολογίας των μερισμάτων από το 10% στο 15%, από την αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στην αμόλυβδη βενζίνη και το φυσικό αέριο, από τα νέα τέλη κυκλοφορίας και από την αύξηση της φορολογίας στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα.

Στελέχη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης υπερασπίζονται την πολιτική αύξησης των φόρων υποστηρίζοντας πως έχει μικρότερη επίπτωση στην ανάπτυξη σε σχέση με την περικοπή δημοσίων δαπανών. Μάλιστα, για να τεκμηριώσουν τη σχετική θέση επικαλούνται και στοιχεία της ΕΕ.

Όπως αναφέρουν, η δυνητική συσταλτική επίπτωση μιας δημοσιονομικής προσαρμογής που στοχεύει σε βελτίωση της πρωτογενούς θέσης της γενικής κυβέρνησης κατά περίπου 3% σε βάθος τριετίας, είναι α) 50 ευρώ σωρευτικά για κάθε 100 ευρώ δημοσιονομικής προσαρμογής όταν η προσαρμογή αυτή στηρίζεται εξ' ολοκλήρου σε αύξηση των δημοσίων εσόδων και β) 190 ευρώ όταν αυτή αναμένεται να προέλθει αποκλειστικά από τη μείωση των πρωτογενών δαπανών. Κατά την άποψή τους το ανωτέρω αποτέλεσμα δείχνει πως η αύξηση των φορολογικών συντελεστών στην Ελλάδα, είναι λιγότερο επιζήμια για την ανάπτυξη σε σχέση με την περικοπή δαπανών.

Ωστόσο, έμπειροι οικονομολόγοι σημειώνουν πως η κυβέρνηση «παραφράζει» την έρευνα για τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές για να αυξήσει τους φόρους, αντί να πατάξει της φοροδιαφυγή και να διευρύνει τη φορολογική βάση με τρόπο κοινωνικά δίκαιο.

Σύμφωνα με τους ίδιους, οι τελικές ελαστικότητες σε σχέση με την επίπτωση των νέων μέτρων στη διαμόρφωση του ΑΕΠ θα εξαρτηθούν σε σημαντικό βαθμό από τις παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό και την επίπτωση τους στην ιδιωτική κατανάλωση. Με απλά λόγια εάν δεν αποσοβηθεί η μείωση των συντάξεων δεν θα αποσοβηθεί και η ύφεση.