Την παθογένεια της ελληνικής αγροτικής παραγωγής και τις αλυσιδωτές επιπτώσεις για την οικονομία επιβεβαιώνει μελέτη που παραδόθηκε την Τετάρτη στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Ευάγγελο Αποστόλου. Η μελέτη εκπονήθηκε με αρχική πρωτοβουλία του κ. Μάρδα και τη συνδρομή της Υπηρεσίας Ενημέρωσης και Δημόσιας Διπλωματίας του υπουργείου Εξωτερικών και ολοκληρώθηκε πρόσφατα επιτρέποντας να εξαχθούν αρκετά συμπεράσματα για τον αγροτικό τομέα.

Η πρωτοβουλία σκοπεύει στη μελέτη της δομής-εξειδίκευσης της γεωργίας και στην αναζήτηση μέτρων φορολογικού χαρακτήρα, εκτός χρηματοδοτήσεων της ΕΕ, ικανών να απαλύνουν το βάρος του φόρου του 26%.

Η μελέτη κάνει σύγκριση μεταξύ των ελληνικών και ευρωπαϊκών εξαγώγιμων προϊόντων με αποδέκτη τις χώρες του υπόλοιπου κόσμου. Σύμφωνα με την Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ), το κύριο συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι τα ελληνικά  αγροτικά προϊόντα δεν είναι κατάλληλα εξειδικευμένα σύμφωνα με τις τάσεις της παγκόσμιας ζήτησης. Οι επιδόσεις τους σε σχέση με τις ευρωπαϊκές, σε παγκόσμια κλίμακα, καταγράφουν μια ανισορροπία και η  διαπιστωμένη απουσία ενός μεγάλου μεριδίου της ελληνικής αγροτικής παραγωγής από το χάρτη της παγκόσμιας αγοράς αποτελεί μια εξέλιξη η οποία γεννά εύλογα πολλά ερωτήματα ως προς τον αναπροσανατολισμό της εγχώριας παραγωγής, σύμφωνα με τα διεθνή καταναλωτικά και αγροδιατροφικά πρότυπα.

Η μελέτη προτείνει λύσεις γα την αναπροσαρμογή της εγχώριας παραγωγής και την ενίσχυση των ελληνικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων με τη χρήση φορολογικών μέτρων (που είναι εκτός χρηματοδοτήσεων της ΕΕ) και τα οποία μπορούν να απαλύνουν τις επιπτώσεις του φόρου 26%.

Τα πρόσφατα στοιχεία που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη ανάλυση συμβαδίζουν, σε μια γενικότερη θεώρηση, με τα συμπεράσματα κλαδικής μελέτης το 2014 που εκπόνησε ο Δρ. Δαγκαλίδης Αθανάσιος για λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς.

Όπως σημειώνεται στη σχετική έρευνα, «η χαμηλή διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που ευθύνονται για τις τραγικές εξελίξεις των τελευταίων ετών που οδήγησαν τελικά στην πλήρη κατάρρευση της χώρας». Ο αγροτικός τομέας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αδυναμίας προσαρμογής  στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, απώλειας συγκριτικών πλεονεκτημάτων και κατά συνέπεια μείωσης της ανταγωνιστικότητας, επισημαίνει η μελέτη. Παράλληλα, αναφέρεται ότι οι άφθονοι κοινοτικοί πόροι που εισέρρευσαν από το 1981 μέχρι σήμερα, αντί να αξιοποιηθούν για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής γεωργίας, διαιώνισαν τις διαρθρωτικές αδυναμίες, δημιούργησαν στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά και το εξωτερικό εμπόριο και περιόρισαν την επιχειρηματικότητα των αγροτών.

Τέλος, ιδιαίτερη μνεία γίνεται στα διαρθρωτικά προβλήματα όπως είναι το μικρό μέγεθος εκμεταλλεύσεων, ο  πολυτεμαχισμός,  η υψηλή εξάρτηση από τις επιδοτήσεις, η γήρανση, το χαμηλό επαγγελματικό-μορφωτικό επίπεδο των αγροτών, η μη ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και η έλλειψη ισχυρών διασυνδέσεων με τη βιομηχανία, τα οποία φρενάρουν τη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής γεωργίας.