Παρεμβάσεις ώστε να μπουν οι βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη των υπηρεσιών μακροχρόνιας υγειονομικής περίθαλψης στην Ελλάδα αναμένεται να λάβει η κυβέρνηση.

Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα είναι τα 81,1 έτη και ξεπερνά τον μέσο όρο της ΕΕ. Το ίδιο ισχύει για τα υγιή έτη ζωής, τα οποία ανέρχονται στα 64,2 έτη και εξακολουθούν να υπερβαίνουν τον μέσο όρο της ΕΕ.

Παρά την καλή αυτή επίδοση η γήρανση του ελληνικού πληθυσμού θα αποτελέσει πιθανώς πρόκληση για τη διασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης δημοσιονομικής βιωσιμότητας των δαπανών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Τα τελευταία χρόνια οι συνολικές τρέχουσες δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στην Ελλάδα ανήλθαν στο 8,5% του ΑΕΠ και οι δημόσιες δαπάνες στο 5,2% του ΑΕΠ (σε σύγκριση με τους αντίστοιχους μέσους όρους της ΕΕ που ήταν 8,4% και 6,2% του ΑΕΠ).

Ωστόσο, σύμφωνα με προβολές διεθνών οργανισμών, οι δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στην Ελλάδα προβλέπεται να αυξηθούν κατά 1,2% του ΑΕΠ έως το 2070 (σε σύγκριση με την προβλεπόμενη μέση αύξηση κατά 0,9 % του ΑΕΠ στην ΕΕ).

Αν, εκτός από τους δημογραφικούς, συμπεριληφθούν και οι μη δημογραφικοί παράγοντες, η αύξηση των δαπανών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αναμένεται να ανέλθει στο 2% του ΑΕΠ έως το 2070 (1,6 % για την ΕΕ).

Στη βάση αυτή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει πως η ανάπτυξη υπηρεσιών μακροχρόνιας περίθαλψης αποτελεί χρονίζον ζήτημα για την Ελλάδα και χρειάζονται περαιτέρω επενδύσεις.

Έως πρόσφατα η Ελλάδα διέθετε μόνο το 2% των συνολικών δαπανών για την υγεία στη μακροχρόνια περίθαλψη, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, που ανέρχεται σε 15%.

Σήμερα δεν υφίστανται ολοκληρωμένες επίσημες υπηρεσίες μακροχρόνιας περίθαλψης και η πρωταρχική ευθύνη για την οικονομική και πρακτική στήριξη βαρύνει την οικογένεια του ατόμου που έχει προβλήματα υγείας.