Κρίσιμες ελλείψεις στις διατάξεις του σχεδίου νόμου για τη δημιουργία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, επισημαίνουν τρεις φορείς του κατασκευαστικού κλάδου σε κοινή επιστολή που απέστειλαν στους υπουργούς Οικονομίας και Ανάπτυξης, Γιάννη Δραγασάκη και Εξωτερικών, Γιώργο Κατρούγκαλο.

Σημειώνεται ότι κεντρικός πυρήνας του νομοσχεδίου που είχε τεθεί μέχρι πρόσφατα σε διαβούλευση είναι η μετεξέλιξη του Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης Α.Ε. (ΕΤΕΑΝ ΑΕ) σε Αναπτυξιακή Τράπεζα. H Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα δεν θα δέχεται καταθέσεις, θα στοχεύει σε έμμεσες χρηματοδοτήσεις (indirect finance), μέσω του δικτύου των εμπορικών τραπεζών που θα συνεργάζεται, θα συντονίζει όλα τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις εμπορικές τράπεζες. Ακόμη, θα λειτουργήσει ως πρεσβευτής και συνομιλητής της χώρας με τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, καθώς και με χρηματοδοτικούς διεθνείς οργανισμούς (EIB, EBRD, Παγκόσμια Τράπεζα κλπ).

Τι λένε οι φορείς των κατασκευών 

Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ), ο Σύνδεσμος Ελληνικών Εταιρειών-Γραφείων Μελετών (ΣΕΓΜ) και ο Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών Ανωτέρων Τάξεων (ΣΤΕΑΤ) καταγράφουν πέντε προϋποθέσεις προκειμένου ο νέος φορέας να αποτελέσει σημαντικό χρηματοδοτικό φορέα ανάπτυξης της οικονομίας και ενίσχυσης της εξωστρέφειας:

  • Να περιλάβει στους σκοπούς τη συμμετοχή σε προγράμματα Εξωτερικής Βοήθειας, Διεθνών Οργανισμών και Εθνικά
  • Να προσαρμοσθεί στις προϋποθέσεις που θέτει η Επιτροπή της ΕΕ για να πιστοποιεί Οργανισμούς ως επιλέξιμους φορείς υποδοχής χρηματοδοτήσεων
  • Να αποτυπωθεί στη φιλοσοφία της αιτιολογικής έκθεσης η ανάγκη προώθησης του ιδιωτικού τομέα ως μοχλού ανάπτυξης της χώρας
  • Να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων σημαντικοί παράγοντες του ιδιωτικού τομέα
  • Να υλοποιήσει βέλτιστες πρακτικές που έχουν ακολουθηθεί από άλλους αντίστοιχους χρηματοδοτικούς φορείς (π.χ.: KFW, AFD)

Οι φορείς σημειώνουν πως αποτελεί «κοινό τόπο» ότι η αναγκαία ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα επιτευχθεί μέσω της υιοθέτησης νέου παραγωγικού μοντέλου, βασισμένου σε πρότυπο δίκαιης και βιώσιμης μεταστροφής της, το οποίο θα ενισχύσει τις υποδομές, εξειδικεύσεις και επιχειρηματικότητα. Υπογραμμίζουν, δε, ότι αυτή η επιδιωκόμενη ανάπτυξη θα πρέπει να στηριχθεί σε δύο βασικούς άξονες δράσεων: την αύξηση των εγχωρίων επενδύσεων και την ανάπτυξη εξωστρέφειας.

Παράλληλα, επισημαίνουν ότι μικρές χώρες, όπως η Δανία, η Ολλανδία, η Ιρλανδία, κ.ά., έχουν πετύχει εξαιρετικά μεγάλη ανάπτυξη της οικονομίας τους εφαρμόζοντας στρατηγικές πολιτικές επέκτασης, αξιοποιώντας τα κονδύλια εξωτερικής βοήθειας, τόσο των Διεθνών Οργανισμών όσο και των Οργανισμών παροχής εξωτερικής βοήθειας των χωρών τους.

Με τα δεδομένα αυτά και βάσει των προτύπων αντίστοιχων χρηματοδοτικών φορέων του εξωτερικού, οι φορείς επισημαίνουν ελλείψεις στις διατάξεις του σχεδίου νόμου, όπως ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη δυνατότητας απευθείας χρηματοδότησης ή/και συμμετοχής σε χρηματοδοτικά σχήματα προγραμμάτων εξωτερικής βοήθειας, ότι δεν παρουσιάζεται έστω ένα τυπικό επιχειρηματικό σχέδιο που θα προσδιορίζει τις χρηματοδοτικές ανάγκες που σήμερα δεν καλύπτουν οι συστημικές τράπεζες σε συνάρτηση με τους στόχους του εγχειρήματος, τους πόρους χρηματοδότησης και την κεφαλαιακή διάρθρωση της τράπεζας, ότι απουσιάζει η αναλυτική καταγραφή της οργανωτικής και λειτουργικής δομής, του πλάνου λειτουργίας της τιμολογιακής πολιτικής και των πηγών εσόδων, ότι το σχέδιο νόμου δεν συγκεκριμενοποιεί τους όρους και τις αντικειμενικές προϋποθέσεις λειτουργίας και κανόνων χρηματοδότησης, καθώς και ότι δεν καθίσταται ευκρινής η πηγή προέλευσης των προς χρήση πόρων, η μίξη δημοσίων και συγχρηματοδοτούμενων πόρων, οι οποίοι θα επενδυθούν στην τράπεζα και κυρίως οι δικλείδες ασφαλείας για τη βέλτιστη αξιοποίησή τους.

Παρόλα αυτά, οι τρεις φορείς των κατασκευών συμπεραίνουν ότι, υπό προϋποθέσεις, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα μπορεί να εξελιχθεί σε ουσιαστικό εργαλείο χρηματοδότησης της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας, στο πλαίσιο της αναγκαίας μεταστροφής και νέας πορείας της ελληνικής οικονομίας, αρκεί να στηριχθεί εθνικά και να αξιοποιήσει τη διεθνή εμπειρία άλλων αντίστοιχων οργανισμών.