Παγιωμένες στα επίπεδα των 3 με 4 δισ. ευρώ τον παραμένουν οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στην Ελλάδα, καθώς ακόμη οι επενδύσεις στη χώρα μας παραμένουν περιορισμένες λόγω του υψηλού κόστους κεφαλαίου αλλά και του «κενού» που υπάρχει ανάμεσα στους πωλητές και τους αγοραστές. Αποτέλεσμα αυτού είναι η ανάπτυξη της οικονομίας να παραμένει περιορισμένη στο 1,5% με 2% και για φέτος. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν οι αναλυτές της PwC Ελλάδος που παρουσίασαν σήμερα Πέμπτη τα αποτελέσματα της μελέτης για τις Εξαγωγές και Συγχωνεύσεις στη χώρα μας το 2018. 

«Οι βασικοί οικονομικοί δείκτες, παρόλο που βελτιώνονται σταδιακά, παραμένουν ασθενείς και το επίπεδο των επενδύσεων δεν συμβαδίζει με υψηλή ανάπτυξη», αναφέρει η έκθεση της PwC η οποία προειδοποιεί πως αν δεν ανεβάσει ρυθμούς η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας δεν αποκλείεται η χώρα μας να αντιμετωπίσει πρόβλημα στην αποπληρωμή του χρέους από το 2022 και έπειτα. 

«Η Ελλάδα ολοκλήρωσε το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής με ένα σημαντικό “μαξιλάρι” ρευστότητας περίπου 24 δισ. ευρώ, το οποίο σε συνδυασμό με την ελάφρυνση του χρέους, τις αποδόσεις κερδών των ελληνικών ομολόγων και τις ιδιωτικοποιήσεις καλύπτουν τις ανάγκες του κράτους μέχρι το τέλος του 2022», σημειώνει η έκθεση τονίζοντας παράλληλα ότι «η ελληνική πολιτική οικονομία πρέπει να επαναπροσδιοριστεί μέχρι το 2022 για να χτιστούν τα θεμέλια για μια μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και συνεπώς να εξυπηρετηθεί ο δανεισμός της χώρας». 

Οι βασικοί λόγοι για την αναιμική ανάπτυξη είναι δύο: 

Πρώτον ότι παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή και την επίτευξη των πλεονασμάτων οι δημοσιονομικές και λειτουργικές αδυναμίες του κράτους παραμένουν, με ένα στρεβλό φορολογικό σύστημα και μια δημόσια διοίκηση χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. \

Δεύτερον οι ελληνικές τράπεζες είναι αργές στη διαδικασία μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με τις δομικές και λειτουργικές αδυναμίες τους δημιουργεί δυσκολίες στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης. 

Επενδύσεις 5,5 δισ. το 2018  

Πέρσι, οι ελληνικές επιχειρήσεις προσέλκυσαν συνολικά 5,5 δισ. ευρώ, με 3,8 δισ. ευρώ εξ αυτών να αφορούν σε εξαγορές και συγχωνεύσεις, 600 εκατ. ευρώ σε εταιρικά ομόλογα και 1 δισ. ευρώ σε ιδιωτικοποιήσεις. 

Όπως προκύπτει από τη μελέτη, το 2018 σημειώθηκε αυξημένη δραστηριότητα σε επίπεδο Εξαγορών & Συγχωνεύσεων. Ο αριθμός των συναλλαγών παρουσίασε άνοδο της τάξης του 31%, με το συνολικό αριθμό να αγγίζει για το 2018 τις 51 έναντι 39 το 2017. Αντίστοιχα, η συνολική αξία των συναλλαγών μεταβλήθηκε από 1,9 δισ. ευρώ το 2017 σε 3,8 δισ. ευρώ το 2018 σημειώνοντας αύξηση αξίας  1,9 δισ. ευρώ. 

Εκτός όμως από τις ποσοτικές αλλαγές, φέτος καταγράφονται και ποιοτικές συναλλαγές. Το 2018 αποτυπώνεται μια μεταστροφή προς συναλλαγές μεγαλύτερου ύψους με την μέση αξία να κινείται στα 75 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έτη όπου οι αποεπενδύσεις των συστημικών τραπεζών αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Ε&Σ (μερίδιο 49% για το 2017), η αγορά για το 2018 κινείται κυρίως από τους κλάδους της Ναυτιλίας, της Ενέργειας και των χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών με ποσοστά 22%, 14% και 12% αντίστοιχα.

Κατά τη διάρκεια του έτους αντλήθηκαν επίσης, 635 εκατ. ευρώ από την έκδοση διαπραγματεύσιμων ομολόγων με κουπόνια που κυμαίνονται μεταξύ 2,4% εως 5% από 4 ελληνικές εταιρείες.

Σε επίπεδο ιδιωτικοποιήσεων, τα έσοδα για το 2018 ανήλθαν σε 1 δισ. ευρώ αποκλίνοντας από τον στόχο των 2,7 δισ. ευρώ του κρατικού προϋπολογισμού. Σημειώνεται ότι συνολικά τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις κατά την οκταετία 2011-2018 ανήλθαν σε 5,8 δισ. ευρώ με 4,6 δισ. ευρώ εξ αυτών να προέρχονται από 4 έτη (2011, 2013, 2017 και 2018).

Στα ίδια επίπεδα αναμένεται η δραστηριότητα και το 2019 

Για το 2019, βάσει των ήδη συμφωνηθέντων και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές ανακοινώσεις, η αξία των εξαγορών και συγχωνεύσεων αναμένεται να ξεπεράσει τα 2 δισ. με επιπλέον 2,6 δισ. ευρώ. από τις ιδιωτικοποιήσεις, με τους αναλυτές της PwC να εκτιμούν πως οι επενδύσεις θα κυμανθούν στα ίδια επίπεδα με το 2018. 

Μεταξύ των συμφωνιών που έχουν ολοκληρωθεί ή αναμένεται να ολοκληρωθούν φέτος καταγράφονται: Η πώληση της Tirana Bank και της Piraeus Bank Bulgaria, η εξαγορά της Επενδυτικής Τράπεζας της Ελλάδας, η πώληση της Telekom Albania, η εξαγορά του ομίλου Alpha Media από την Motor Oil.