Για αδιαφάνεια και παραφιλολογία κάνει λόγο η πρόεδρος της Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάδος, Δρ Άννα Δαμάσκου, σε δηλώσεις της για την έκθεση-καταπέλτη που δημοσίευσε η διεθνής οργάνωση σχετικά με το Eurogroup, οι αποφάσεις του οποίου έκριναν σε μεγάλο βαθμό την τύχη της Ελλάδας τα χρόνια της κρίσης.

Όπως επισημαίνει σε αποκλειστικές της δηλώσεις στο insider.gr η κ. Δαμάσκου, «στην κορύφωση της ελληνικής οικονομικής κρίσης, οι Έλληνες πολίτες ανέμεναν αγωνιωδώς τα δελτία ειδήσεων, προκειμένου να πληροφορηθούν τι αποφάσισε το Eurogroup για τις τύχες τους». Κάνει λόγο για «μεγάλη παραφιλολογία γύρω από το τι εκτυλισσόταν στις κεκλεισμένων των θυρών κρίσιμες συνεδριάσεις του, ενώ εν τέλει η λογοδοσία του οργάνου συνίστατο αποκλειστικά σε φήμες, επιβεβαιώσεις και διαψεύσεις».

Σύμφωνα με την κ. Δαμάσκου, «είναι σαφές ότι τόση αδιαφάνεια είναι όχι μόνο δυσανάλογη με το μέγεθος των επιπτώσεων των αποφάσεων του Eurogroup αλλά και ευθέως αντίθετη στο γράμμα και το πνεύμα των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο δημοκρατικός έλεγχος νοείται μόνο υπό άπλετο φως».

Τι αναφέρει η έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας

Για ένα θεσμικό όργανο του οποίου οι αποφάσεις έχουν αντίκτυπο στη ζωή εκατομμυρίων Ευρωπαίων, υπάρχουν πολλά για το Eurogoroup που παραμένουν μυστήρια. Αναδύθηκε από την αφάνεια μετά την κορύφωση της κρίσης του ευρώ, πριν από δέκα χρόνια, για να γίνει ο κεντρικός παράγοντας στο δράμα που περιβάλλει μια σειρά από προγράμματα διάσωσης, καθορίζοντας τους όρους που συνδέονται με την ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια στην Κύπρο, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Πρόκειται για ένα δράμα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στις δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον εθνικό προϋπολογισμό της Ιταλίας.

Από άλλη σκοπιά, ωστόσο, το Eurogroup μπορεί να φαίνεται επουσιώδες, ακόμη και σκιώδες. Δεν διέπεται από τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα μέλη του συχνά ισχυρίζονται ότι δεν λαμβάνουν αποφάσεις, δεν έχει προσωπικό και δεν έχει έδρα. Είναι ενδεχομένως το μοναδικό μεταξύ των Ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων που δεν έχει λογαριασμό στο Twitter. Ο μόνιμος Πρόεδρός του διαχειρίζεται την ομάδα με μερική απασχόληση, επιπλέον της δουλειάς του ως Υπουργού Οικονομικών της χώρας του και η ομάδα επικεντρώνεται σε θέματα που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εθνικής αρμοδιότητας: οικονομική και δημοσιονομική πολιτική.

Η ανάδυση του Eurogroup ως εκτελεστικού αρχηγείου των θεσμών οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης δεν ήταν σε καμία περίπτωση αναπόφευκτη. Δημιουργήθηκε πριν από 20 χρόνια ως άτυπο forum συζήτησης και συντονισμού πολιτικών σχετικά με «θέματα που σχετίζονται με τις κοινές συγκεκριμένες αρμοδιότητές τους για το ενιαίο νόμισμα». Τα κράτη μέλη που δεν υιοθέτησαν το ευρώ ως νόμισμά τους ήθελαν να αποφύγουν τη δημιουργία μιας πανίσχυρης οικονομικής κυβέρνησης που θα τα αποκλείει.

Οι αποφάσεις με ομοφωνία θα πρέπει, θεωρητικά, να προστατεύουν τα μικρά κράτη μέλη από τη λήψη αποφάσεων στις οποίες αντιτίθενται. Στην πράξη όμως, υπό τις πιέσεις των  χρηματοπιστωτικών αγορών και των χρονικών περιορισμών, δυσκολεύονται να μπλοκάρουν τις διαδικασίες. Η γνώση είναι δύναμη και μόνο η Γερμανία και η Γαλλία συγκεντρώνουν πόρους για την αξιολόγηση όλων των εθνικών πολιτικών, καθώς και για να αναγνώσουν όλες τις απόψεις και συστάσεις της Επιτροπής για όλες τις χώρες. Αυτό σημαίνει ότι τα περισσότερα κράτη μέλη λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τους εθνικούς προϋπολογισμούς των άλλων, χωρίς να διαθέτουν τους πόρους για την κατάλληλη ανάλυση τους. Το ειδικό βάρος των μεγάλων κρατών μελών επισημοποιείται επίσης στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕSM), όπου οι αποφάσεις σχετικά με τις εκταμιεύσεις μπορούν να λαμβάνονται με πλειοψηφία και όχι με συναίνεση, με την βαρύτητα της ψήφου να αντικατοπτρίζει την αναλογούσα εισφορά κεφαλαίου.

Σημειώνεται ότι, με βάση τις βέλτιστες πρακτικές σε άλλα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, η Διεθνής Διαφάνεια προτείνει μια σειρά από σταδιακές μεταρρυθμίσεις για την αποκατάσταση της βαθιάς έλλειψης λογοδοσίας του Eurogroup. Η Διεθνής Διαφάνεια αναγνωρίζει ότι οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις δεν φτάνουν στην καρδιά του προβλήματος και, συνεπώς, η μελέτη παρουσιάζει ορισμένα σενάρια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η θεσμική οργάνωση θα μπορούσε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια.