Η Ελλάδα διαθέτει ένα πλήρες νομικό πλαίσιο για τη δέσμευση, κατάσχεση και δήμευση των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αλλά και των προϊόντων εγκλήματος, ειδικά και μετά την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στη Σύμβαση της Βαρσοβίας.

Όσον αφορά στην κατάσχεση, ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι προβαίνουν σε κατασχέσεις χρημάτων ή πραγμάτων που σχετίζονται με το υπό διερεύνηση έγκλημα ως μέσα τέλεσης ή προϊόντα αυτού. Ομοίως ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και ο Πρόεδρος της Αρχής προβαίνουν σε δεσμεύσεις λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, θυρίδων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων.

Ειδική περίπτωση αποτελεί η δυνατότητα δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων που επιβάλλεται προληπτικά από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) για την οποία επίκειται νομοθετική ρύθμιση προς εναρμόνιση με τις επιταγές του Συντάγματος.

Αναφορικά με τη δήμευση, οι δικαστικές αρχές δημεύουν περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, το τίμημά τους, όσα αποκτήθηκαν με αυτά αμέσως ή εμμέσως και αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση ή απόπειρα τέτοιας πράξης αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του ξεπλύματος χρήματος κατά τον χρόνο κτήσεως αυτών.

Για τη δήμευση απαιτείται καταδικαστική απόφαση ή βούλευμα από αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, ακόμα και όταν δεν ασκήθηκε δίωξη λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη έπαυσε οριστικώς ή κηρύχθηκε απαράδεκτη.

Διάταξη που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο «Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις»  που κατατέθηκε χθες στη Βουλή, προβλέπει τη σύσταση ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που θα αναλάβει να καθορίσει το νομοθετικό πλαίσιο που θα διέπει τη διαχείριση των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων.

Να σημειωθεί πως ήδη από πέρυσι με το ν. 4478/2017 η Ειδική Γραμματεία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του υπουργείου Οικονομικών, και ειδικότερα το Τμήμα Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Αμοιβαίας Συνδρομής της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Προγραμματισμού Ερευνών, ορίσθηκε ως αρμόδιος φορέας για τη διαχείριση των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων.

Η σχετική διάταξη του ν. 4478/2017 προέβλεπε πως το Τμήμα Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Αμοιβαίας Συνδρομής της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Προγραμματισμού Ερευνών του ΣΔΟΕ θα έχει ως αρμοδιότητα «τη διαχείριση των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση αυτών για το δημόσιο συμφέρον, για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος, καθώς και την αποτελεσματική διαχείριση περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύονται ενόψει πιθανής δήμευσης». Στην ίδια διάταξη ξεκαθαριζόταν πως «η αποτελεσματική διαχείριση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνει τη δυνατότητα πώλησης ή μεταβίβασης αυτών, όταν κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της οικονομικής τους αξίας».

Μέχρι και σήμερα οι αρμοδιότητες αυτές δεν μπορούσαν να ασκηθούν διότι δεν είχε συνταχθεί η Κοινή Υπουργική Απόφαση που θα καθορίζει το νομοθετικό πλαίσιο που θα διέπει τη διαχείριση των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων. Αυτό θα αναλάβει να κάνει η ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Η επιτροπή θα καταρτίσει ένα κανονισμό διαχείρισης των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, με τον οποίο θα προτείνονται οι βέλτιστες λύσεις, ώστε να ανακτά το Δημόσιο έσοδα από ξέπλυμα χρήματος, φοροδιαφυγή, κατάχρηση δημόσιας περιουσίας, εγκλήματα, κ.ά.