Για «σωρεία λαθών» εκ μέρους των βελγικών αρχών κάνει λόγο ο Γερμανός καθηγητής και ειδικός σε θέματα ασφαλείας Joachim Krause, εκτιμώντας ωστόσο ότι η καλύτερη συνεργασία των ευρωπαϊκών αρχών δεν θα μπορούσε να αποτρέψει τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες.

Όπως δήλωσε στο γερμανικό ραδιόφωνο Deutschlandfunk, «αυτή το Βέλγιο είναι τόσο ομοσπονδιακά κατακερματισμένη στο πεδίο των αρμοδιοτήτων, όχι μόνο μεταξύ των περιοχών αλλά και μεταξύ των γλωσσικών ομάδων. Σε πολλά θέματα δεν αισθάνεται πια κανείς υπεύθυνος στο Βέλγιο. Τα λάθη που έγιναν εκεί είναι μοναδικά στην Ευρώπη. Και αυτό δείχνει επίσης ότι το Βέλγιο είναι μαζί με την Ελλάδα ο πιο αδύναμος κρίκος στο πεδίο της ευρωπαϊκής εσωτερικής ασφάλειας».

Στον απόηχο των πολύνεκρων χτυπημάτων έχει ασκηθεί πολύ έντονη κριτική, εντός και εκτός ευρωπαϊκών συνόρων, στις βελγικές αρχές για απροθυμία συνεργασίας και συντονισμού των επιχειρήσεων και για τους χειρισμούς τους στο θέμα της τρομοκρατίας, ιδίως μετά τις αιματηρές επιθέσεις στο Παρίσι τον περασμένο Νοέμβριο.

Αυτή είναι μια αναμενόμενη αντίδραση στις επιθέσεις των Βρυξελλών, εκτιμά ο δρ. Krause. Όπως δήλωσε στο , «γεγονός είναι ότι βεβαίως ότι υπάρχει συνεργασία μεταξύ των αρχών και δεν θα πρέπει να το αγνοούμε αυτό. Υπάρχουν διαρκώς λανθασμένοι ισχυρισμοί ότι ισχύει το αντίθετο. Έχουμε σε κάθε περίπτωση το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών εντός της Σένγκεν, έχουμε τη Europol. Μόνο που στα δύο συστήματα υπάρχουν ακόμη προβλήματα ως προς την πλήρη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων».

Ο Γερμανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κιέλου παραδέχεται ότι σαφώς και υπάρχουν ελλείψεις, ωστόσο εκτιμά ότι «εν μέρει αυτές οι ελλείψεις είναι πολιτικά επιθυμητές. Η προστασία των (σ.σ. προσωπικών) δεδομένων είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Και όταν μιλάμε για σύνδεση διαφόρων ‘δεξαμενών δεδομένων' πρόκειται ουσιαστικά για άρση των μέτρων προστασίας δεδομένων».

Ο Γερμανός καθηγητής τονίζει ότι το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο Βέλγιο και ειδικά σε προβληματικές περιοχές όπως το Μόλενμπεκ και άλλες. Ως εκ τούτου, θα πρέπει εστιάζει κανείς περισσότερο εκεί «και όχι σε λάθη και ελλείψεις στο πεδίο της ευρωπαϊκής ανταλλαγής πληροφοριών».