Στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) εντάχθηκε και επισήμως την Τρίτη το μικρότερο νησί του κόσμου, το νησί Ναουρού, το οποίο βρίσκεται στο Νότιο Ειρηνικό και έχει 10.084 κατοίκους και έκταση μόλις 21 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Η μικρότερη δημοκρατία του κόσμου, με την ένταξή της στον οργανισμό,  σίγουρα δεν θέτει σε κίνδυνο τα οικονομικά του ΔΝΤ. Το κράτος δεν έχει δικό του νόμισμα αι χρησιμοποιεί το δολάριο Αυστραλίας. Η χώρα διέρχεται οικονομική κρίση καθώς έχασε την παλιά της «λάμψη» όταν το 1968 είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της από την Αυστραλία και βασιζόταν στον ορυκτό της πλούτο. Το κράτος ανήκει και στον ΟΗΕ και τυπικά τα κράτη-μμέλη του είθισται να αποτελούν και μέλη του ΔΝΤ. Οι μοναδικές εξαιρέσεις είναι ο Μονακό, η Κούβα και η Βόρεια Κορέα.

Η επικεφαλής του ΔΝΤ, Christine Lagarde, αναφερόμενη στην ένταξη του Ναουρού στον οργανισμό, επεσήμανε ότι «δεδομένου ότι το Ναουρού αντιμετωπίζει όλες αυτές τις προκλήσεις που πλήττουν τις μικρές νησιωτικές οικονομίες και λαμβάνοντας υπ’ όψιν την απομακρυσμένη γεωγραφική του θέση και τις κλιματικές ιδιαιτερότητες της περιοχής, η χώρα αυτή μπορεί να αντλήσει πλεονεκτήματα από την ένταξή της στο ΔΝΤ και τη συνεργασία της με τα υπόλοιπα μέλη του».

Η δημοκρατία του Ναουρού αποτελεί το 189ο μέλος του ΔΝΤ και είχε υποβάλει σχετικό αίτημα από το 2014.

Η οικονομία του Ναουρού

Η οικονομία του Ναουρού βασίζεται στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου του κράτους και κυρίως στις εξαγωγές φωσφάτων (είδος βιομηχανικών πετρωμάτων) αλλά τα αποθέματα έχουν μειωθεί σημαντικά. Παράλληλα, η χώρα εισάγει τα βασικότερα καταναλωτικά αγαθά (ακόμη και το νερό) ενώ βασίζεται στο ξένο εργατικό δυναμικό με αποτέλεσμα η ανεργία να φθάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πριν ακόμη αρχίσει η παγκόσμια οικονομική ύφεση, το 2004, η ανεργία είχε εκτοξευθεί στο 90%. Η έλλειψη υποδομών καθιστά το νησί σε μη ελκυστικό τουριστικό προορισμό ενώ κατά τη δεκαετία του 1990, το κράτος είχε γίνει φορολογικός παράδεισος. Από το 2001 έως το 2007 η χώρα βασίστηκε στην ύπαρξη κέντρου κράτησης μεταναστών το οποίο αποτέλεσε και βασική πηγή εισοδήματος για τη χώρα.

Με πληροφορίες από τη Le Figaro