Τη μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης μέχρι το 2017 ανακεφαλαιώνει στο τελευταίο του βιβλίο, με χαρακτηριστικό τίτλο «Rollercoast» ο ιστορικός Ίαν Κέρσο και εστιάζει στις σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Μιλώντας στη γερμανική ραδιοφωνία (DLF) ο Ίαν Κέρσο δίνει μία νηφάλια εξήγηση για το Brexit και επισημαίνει ότι οι λόγοι είναι πολλοί: η οικονομική κρίση και το προσφυγικό στην ίδια την Ευρώπη, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός και η νοσταλγία μίας πάλαι ποτέ κραταιάς Αυτοκρατορίας, αλλά και μία αντίληψη ηθικού πλεονεκτήματος μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο σε μία χώρα που βρέθηκε στην πλευρά των νικητών, στην πλευρά των πραγματιστών εκείνων που αντιτάχθηκαν σε μεσσιανικές ιδεολογίες και εξιδανικεύουν μέχρι σήμερα τον ηρωϊσμό του παρελθόντος.

Διχασμένη η βρετανική κοινωνία

Σύμφωνα με τη Deutsche Welle, o Ίαν Κέρσο επισημαίνει ότι οι εξελίξεις των τελευταίων ετών έχουν προκαλέσει διχασμό στη βρετανική κοινωνία, η οποία μπορεί να φαίνεται επιρρεπής στον λαϊκισμό- αν και παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

«Είναι αλήθεια ότι λαϊκισμός υπάρχει σχεδόν σε όλες τις χώρες, αλλά πουθενά αλλού δεν θα δείτε μία τέτοια διαίρεση, όπως αυτή που επικρατεί στη Βρετανία», επισημαίνει. «Πρόκειται για μία διαίρεση πολιτική, κοινωνική, που αφορά ειδικά το ζήτημα της συμμετοχής στην Ευρώπη και δεν παρατηρείται πουθενά αλλού, απ´ότι μπορώ να γνωρίζω».

Ωστόσο, συμπληρώνει ο Βρετανός ιστορικός, αυτός ο διχασμός δεν άρχισε τα τελευταία χρόνια με τη συζήτηση περί Brexit. Υπήρχε- ως προδιάθεση τουλάχιστον- από τις πρώτες μέρες που η Βρετανία προσχώρησε στο κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα, θεωρώντας ωστόσο ότι θα συμμετέχει απλώς σε μία ενιαία αγορά και όχι σε μία πανευρωπαϊκή Κοινοπολιτεία από διαμόρφωση.

Όπως εξηγεί αναλυτικά ο Βρετανός ιστορικός «οι απαρχές αυτής της νοοτροπίας εντοπίζονται στο 1973, όταν είχαμε προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), αλλά για την Αγγλία επρόκειτο για μία απλή συναλλαγή. Κανείς δεν καιγόταν για την Ευρώπη, εκτός από πολύ λίγους, απλώς όλοι σκέφτονταν ότι καλύτερα θα ήταν να είμαστε μέσα στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά, παρά να είμαστε έξω. Μιλάμε πάντα για αγορά, όχι για κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο. Αυτό ίσχυε μέχρι τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, οπότε άρχισε να σοβαρεύει η υπόθεση της πολιτικής ενοποίησης, κάτι που έγινε κόκκινο πανί για ένα κομμάτι του συντηρητικού κόμματος. Εκεί προέκυψε θέμα με την Ευρώπη, αρχικά εντός των Συντηρητικών. Επιπλέον, με την προς Ανατολάς διεύρυνση το 2004 προέκυψε ζήτημα μετανάστευσης. Η κυβέρνηση είχε υπολογίσει ότι θα έρθουν 15.000 εργαζόμενοι από το ανατολικό μπλοκ και μέσα σε τέσσερα χρόνια ήρθαν τέσσερα εκατομμύρια. Ακολούθησε η δημοσιονομική κρίση το 2008, όλοι έβλεπαν το χάος που επικρατούσε στην ευρωζώνη. Το 2015/16 προστέθηκε σε όλα αυτά και η προσφυγική κρίση, η οποία βέβαια δεν αφορούσε άμεσα τη Βρετανία, αλλά όλοι έβλεπαν τί γινόταν στην άλλη όχθη της Μάγχης και έλεγαν: Δόξα τω Θεώ, ευτυχώς που έχουμε σύνορα. Κατά τη γνώμη μου η στρατηγική της Βρετανίας πριν και μετά το δημοψήφισμα ήταν λανθασμένη, αλλά βλέπουμε ότι η κοινωνία μας διχάστηκε και πολύς κόσμος, έχοντας παρασυρθεί και από τη δημοσιογραφία των ταμπλόιντ, που είχαν συνήθως αντιευρωπαϊκή διάθεση, άρχισαν να ψάχνουν αποδιοπομπαίο τράγο. Και τον βρήκαν στις Βρυξέλλες, παρότι τα οικονομικά ή κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε πηγάζουν κυρίως από το Λονδίνο, όχι από τις Βρυξέλλες...»