Τριπλό  πλήγμα δέχονται οι Έλληνες παραγωγοί πατάτας, ενός βασικού διατροφικού προϊόντος το οποίο καλλιεργείται σχεδόν όλο το χρόνο στην Ελλάδα χάρη στις ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες. Οι παραγωγοί βλέπουν να μειώνεται ο κύκλος εργασιών τους και ο τζίρος εξαιτίας της εισαγωγής φθηνών προϊόντων από τρίτες χώρες  και της παράνομης ελληνοποίησης  ενώ όπως δηλώνουν η τιμή παραγωγού είναι σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με την πτώση στη ζήτηση δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες.

Ο αντιπρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλαμάτας, Γιώργος Δούβας, μιλά στο insider.gr για τις πιέσεις που δέχεται το ελληνικό προϊόν, οι οποίες έγιναν ιδιαίτερα έντονες από τότε που αυξήθηκαν οι εισαγωγές από τρίτες χώρες όπως είναι το Μαρόκο, η Αίγυπτος, η Τυνησία κλπ.  Όπως αναφέρει, «έχουμε κάνει σχετικά διαβήματα στο υπουργείο, δεν υπάρχει κάποια εξέλιξη για να προστατευτεί η εγχώρια παραγωγή και διάθεση. Οι εισαγωγές είναι ανεξέλεγκτες και πιέζουν τις τιμές της εγχώριας παραγωγής. Και στην αγορά υπάρχει εκβιασμός. Ένας έμπορος στην Αθήνα μπορεί να πουλάει 1000 σακιά αιγυπτιακής πατάτας την ημέρα ενώ εμείς δεν μπορούμε να διαθέσουμε ούτε το 5% της παραγωγής μας».

Ο κ. Δούβας εξηγεί ότι οι βασικοί λόγοι που «μένουν στα αζήτητα» εγχώρια γεωργικά προϊόντα υψηλής ποιότητας όπως είναι για παράδειγμα η πατάτα Μεσσηνίας δεν είναι η υψηλή τους τιμή αλλά το γεγονός ότι «γίνεται ένας εκβιασμός από τους εισαγωγείς», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Οι έμποροι , οι οποίοι αντιμετωπίζουν μεταξύ άλλων μεγάλα προβλήματα ρευστότητας, προτιμούν να αγοράσουν πατάτες από τρίτες χώρες καθώς οι προμηθευτές τους κάνουν πολύ μεγάλες ευκολίες (πιστώσεις κλπ). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην προτιμούν τα εγχώρια προϊόντα ενώ οι καταναλωτές από την πλευρά τους δεν είναι πάντα «εκπαιδευμένοι» να ξεχωρίσουν τα ελληνικά προϊόντα, τα οποία πολλές φορές (όπως συμβαίνει και στις πατάτες) μπορεί να έχουν χαμηλότερη τιμή από τα εισαγόμενα.

Όσον αφορά στις εξαγωγές, βασικές χώρες προορισμού είναι η Τσεχία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Τσεχία. Ωστόσο, το αυξημένο κόστος παραγωγής  και οι παράνομες ελληνοποιήσεις έχουν οδηγήσει σε μείωση των εξαγωγών με αποτέλεσμα να καθίσταται σε πολλές περιοχές μη βιώσιμη η καλλιέργεια του συγκεκριμένου προϊόντος.

Όπως αναφέρει ο κ. Δούβας, τα 50 λεπτά είναι μια καλή τιμή για τον παραγωγό και εξηγεί ότι τα καλλιεργητικά έξοδα είναι 1.000 ευρώ το στρέμμα ενώ η είσπραξη διαμορφώνεται στα 1700 ευρώ το στρέμμα. Βασικό ζητούμενο είναι να σταθεροποιηθεί η τιμή (η οποία έχει πέσει στα 35 και 40 λεπτά).

Αποσταθεροποιητικά στη δραστηριότητα των τοπικών παραγωγών λειτουργεί και η έλλειψη κάποιου ενιαίου οργάνου όπως είναι η ομάδα παραγωγών.  Όπως σημειώνει ο κ. Δούβας, συγκεκριμένα για την πατάτα δεν αναγνωρίζεται κάποιο αντίστοιχο όργανο με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να προασπιστούμε τα συμφέροντα των παραγωγών και να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε πιο συλλογικά».