Η ραγδαία φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού εξαιτίας της κρίσης, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ο δραματικός περιορισμός των κλαδικών συμβάσεων εργασίας, η ραγδαία αύξηση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, καθώς και η «βύθιση» των μισθών, είναι τα βασικά συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το 2016.

Η συνέχιση της λιτότητας αποσταθεροποιεί το μακροοικονομικό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και δε δημιουργεί συνθήκες διατηρήσιμης δημοσιονομικής προσαρμογής και αύξησης της απασχόλησης, αναφέρει στην ετήσια έκθεσή της για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση το 2016 η ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.

Ταυτόχρονα η κατανομή στους καθαρούς μισθούς των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας: κάτω των 800 ευρώ σε ποσοστό 50% (14,5% μέχρι 499 ευρώ, 22% μεταξύ 500-699 ευρώ και 13,5% μεταξύ 700-800 ευρώ), μεταξύ 800- 1.000 ευρώ σε ποσοστό 18,6% και άνω των 1.000 ευρώ σε ποσοστό 15,7% (9,8% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 5,9% άνω των 1.300 ευρώ).

Αξιοσημείωτη είναι και η πτώση της αγοραστικής δύναμης του πραγματικού κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, καθώς την περίοδο 2010-2015 σημειώθηκε μείωση κατά 24,7% και κατά 34,3% για τους νέους κάτω των 25 ετών.

Υπερδιπλασιάστηκαν τα φτωχά νοικοκυριά

Συγκεκριμένα, το 48% των νοικοκυριών διαβιούν πλέον κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το 20,9% αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες, ποσοστό που αυξάνεται στο 43,4% για τους ανέργους. Παρά τη σημαντική χειροτέρευση του φαινόμενου της φτώχειας, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας μειώνονται ποσοστιαία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ-15.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων αποτελεί βασικό πυλώνα των προγραμμάτων λιτότητας, καθώς λειτουργεί ως θεσμικό εργαλείο υλοποίησης της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης. Το εύρος και η ένταση των αλλαγών που έχουν γίνει στις εργασιακές σχέσεις αναλύθηκαν εκτενώς στις Ετήσιες Εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ των τελευταίων ετών.

Από την ανάλυση των τελευταίων στοιχείων προκύπτει ότι το 2015 οι επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) επικρατούν σχεδόν καθολικά, αντιπροσωπεύοντας το 94% του συνόλου των συλλογικών συμβάσεων. Σε σύνολο 282 ΣΣΕ, οι 263 είναι επιχειρησιακές, μόνο οι 12 είναι εθνικές, κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές, ενώ 7 είναι τοπικές ομοιοεπαγγελματικές.

Παρατηρούμε επίσης ότι ο αριθμός των προσλήψεων μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας, δηλαδή οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αυξάνεται διαχρονικά με αντίστοιχη υποχώρηση των προσλήψεων πλήρους απασχόλησης. Η ποσοστιαία τους αναλογία στο σύνολο των προσλήψεων μεταξύ 2009 και 2015 υπερδιπλασιάζεται. Το 2009, οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, ενώ το 2015 αντιστοιχούν στο 55%. Την περίοδο 2014-2015 οι νέες προσλήψεις με μερική απασχόληση είναι αυξημένες κατά 19,6% και με εκ περιτροπής εργασία κατά 45,6%.

Τα ευρήματα αυτά μας οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι ευέλικτες μορφές εργασίας είναι πλέον κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας. Η ευελιξία της αγοράς εργασίας ενισχύεται και επιταχύνεται και από τη μετατροπή των ατομικών συμβάσεων εργασίας από συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης σε συμβάσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας.

Αρνητική είναι και η προοπτική δημιουργίας βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων και εξόδου από την κρίση είναι αρνητική παρά την αναγκαιότητα αλλαγής του υφιστάμενου υποδείγματος οικονομικής πολιτικής, που υποδεικνύει η έκθεση.

Τα εμπειρικά ευρήματα, τα συμπεράσματα και οι προτάσεις οικονομικής πολιτικής της Έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2016 δείχνουν, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση,  αφενός την αποτυχία της λιτότητας, κι αφετέρου τη δυνατότητα αναδόμησης ενός βιώσιμου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης. Η Έκθεση αξιολογεί τις αρνητικές δημοσιονομικές και τις μακροοικονομικές εξελίξεις για το 2015 και τις υφεσιακές επιπτώσεις της ασκούμενης πολιτικής στην αγορά εργασίας.

Το ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην ΕΕ, η ποιότητα των θέσεων εργασίας συνεχίζει να χειροτερεύει, οι άτυπες και μη ηθελημένες μορφές μερικής απασχόλησης αυξάνονται, όπως και το ποσοστό της φτώχειας και της οικονομικής ανισότητας.

Η Έκθεση προτείνει τον επαναπροσδιορισμό του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης αναδεικνύοντας τα κλαδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια νέα στρατηγική επενδύσεων, αύξησης της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών.

«Στην αγορά εργασίας παρατηρούμε ότι η αποκλιμάκωση του ποσοστού ανεργίας συνεχίζεται με ιδιαίτερα αργό ρυθμό, με αποτέλεσμα η ανεργία να παραμένει σε υψηλότατα επίπεδα και συγκεκριμένα στο 24%. Η ενίσχυση της αβεβαιότητας, καθώς και οι συνεχείς απαιτήσεις των δανειστών για επιπλέον μέτρα υλοποίη­σης της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης αποτελούν τους κύριους παράγο­ντες που βραχυπρόθεσμα απειλούν να ανατρέψουν την τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας. Παρατηρούμε επίσης ότι η μακροχρόνια ανεργία, διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, έχει εκτιναχθεί στο 73,7% των ανέργων”, σημειώνει χαρακτηριστικά στην έκθεσή της η ΓΣΕΕ και προσθέτει:

«Μελετώντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανεργίας, παρατηρούμε ότι το ποσοστό των ανέργων κλιμακώνεται όσο μικραίνουν οι ηλικιακές κατηγορίες, με το υψηλότερο ποσοστό (58,1%) να εμφανίζεται στις ηλικίες 15 έως 19 και το δεύτερο υψηλότερο (47,7%) στις ηλικίες 20 έως 24. Εξετάζοντας την κλαδική διά­σταση της ανεργίας διαπιστώνουμε ότι έχουν πληγεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα οι παραδοσιακοί κλάδοι της ένδυσης-υπόδησης, της οικοδομής και της ναυπηγοεπι­σκευής, με αποτέλεσμα να αποδομούνται οι βασικοί πυλώνες της παραγωγικής βάσης του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που κατέρρευσε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Σημαντική είναι επίσης και η γεωγραφική διάσταση του φαινομένου της ανεργίας. Ιδιαίτερη οξύτητα του προβλήματος της ανεργίας παρατηρούμε στις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας και Δυτικής Ελλάδας, περιοχές με σημαντική συμμετοχή παραδοσιακών κλάδων, ενώ αντίθετα στο νότιο Αιγαίο και στα Ιόνια Νησιά, περιοχές με ιδιαίτερη έμφαση στην τουριστική βιομηχανία, παρατηρούμε σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον μέσο όρο. Αξιόλογο εύρημα είναι επίσης η επιδείνωση της χρήσης εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού στη διάρκεια της κρίσης, γεγονός που δείχνει την υποβάθμιση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η Ελλάδα διακρί­νεται επιπλέον από υψηλό κίνδυνο ανεργίας, χαμηλό ποσοστό εξασφάλισης από την ανεργία και πολύ μεγάλη εργασιακή ένταση, ευρήματα που αποκαλύπτουν τη δραματική κατάσταση της αγοράς εργασίας.

Το σύνολο των αλλαγών αυτών στην αγορά εργασίας έχει άμεση και αρνητική επίδραση στα μεγέθη της φτώχειας, της υλικής αποστέρησης και της κοινωνικής ανισότητας. Παρατηρούμε ότι σε σχέση με το 2010 ο δείκτης της απόλυτης φτώ­χειας έχει αυξηθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, υποδηλώνοντας έτσι υπερδι­πλασιασμό του αριθμού των φτωχών νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, το 48% των νοικοκυριών διαβιούν πλέον κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το 20,9% αδυ­νατεί να καλύψει βασικές ανάγκες, ποσοστό που αυξάνεται στο 43,4% για τους ανέργους. Έχει σημασία δε να τονίσουμε ότι, παρά τη σημαντική χειροτέρευση του φαινόμενου της φτώχειας, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας μειώνονται ποσοστιαία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ-15. Αύξηση παρατηρείται και στο δείκτη οικονομικής ανισότητας, καθώς το 2014 ο δείκτης Gini διαμορφώθηκε στο 34,5, εμφανίζοντας αύξηση της τάξης των 1,4 μονάδων σε σχέση με το 2009».

Στην ομιλία του ο Επιστημονικός Δ/ντης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ κ. Γ. Αργείτης δήλωσε: «Η Ελληνική οικονομία συνεχίζει να είναι εγκλωβισμένη στη λιτότητα με μη βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα και υψηλό πιστωτικό ρίσκο και δεσμευμένη στα νέα υφεσιακά μέτρα που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό του 2016 και απαιτούνται από τους δανειστές μέχρι το 2018. Την ίδια στιγμή η Ελληνική κοινωνία βιώνει πρωτόγνωρη σε ένταση και έκταση κρίση με ευρύτερες κοινωνικές ομάδες να αντιμετωπίζουν βίαια φαινόμενα φτωχοποίησης και εργασιακής επισφάλειας. Το 2015 ήταν ένα έτος ραγδαίων οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων, που σημαδεύτηκε από τη διάψευση των προσδοκιών για αλλαγή σελίδας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Η εφαρμογή προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής με τεράστιο έλλειμμα αναπτυξιακού πραγματισμού και με άξονες τη βίαιη δημοσιονομική λιτότητα και την εσωτερική υποτίμηση, κυρίως μέσω της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία στο μακροοικονομικό και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς και οδυνηρές κοινωνικές συνέπειες", ενώ πρόσθεσε: «Η Ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από τη δημιουργία μιας νέας αναπτυξιακής κουλτούρας η οποία θα είναι αποδεσμευμένη από νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες και θα βασίζεται στη διασύνδεση των δημοσιονομικών, των χρηματοπιστωτικών και των μακροοικονομικών επιδόσεων της οικονομίας με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του μοντέλου ανάπτυξης, και ειδικά με την παραγωγική ικανότητα και δυναμική της χώρας να δημιουργεί απασχόληση».