Τα οφέλη της ευέλικτης εργασίας αναδεικνύει νέα έρευνα που αποδεικνύει ότι το ευέλικτο ωράριο κάνει καλό στην υγεία, στην ψυχολογία αλλά και στην κερδοφορία των επιχειρήσεων.

Πολλοί θεωρούν ότι οι ώρες που περνά κανείς στο γραφείο είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την αφοσίωση και την υπευθυνότητα. Αυτή την αντίληψη έρχεται να ανατρέψει μια νέα έρευνα, που αλλάζει τα δεδομένα στη λογική του «9 με 5». Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές του Πανεπιστήμιου της Μινεσότα και του MIT, η ευχέρεια των εργαζομένων να διαμορφώνουν μόνοι τους το πρόγραμμά τους μειώνει τα επίπεδα του στρες, της κόπωσης και αυξάνει τα επίπεδα της ικανοποίησης.

Στο «πείραμα» που πραγματοποίησε η ομάδα των ερευνητών, χώρισαν τους συμμετέχοντες σε δύο ομάδες: μία με σταθερό ωράριο 45-50 ωρών εβδομαδιαίως και μία ευέλικτη. Τα άτομα της δεύτερης ομάδας μπορούσαν να φύγουν από το γραφείο για να πάρουν τα παιδιά από το σχολείο, να πάνε σε ιατρικά ραντεβού κ.λπ., καθώς εργοδότης επικεντρώνεται στο αποτέλεσμα και όχι στις ώρες εργασίας. Οι εργαζόμενοι μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν, αρκεί να έβγαζαν τη δουλειά.

Όπως αποδείχθηκε, οι «ευέλικτοι» εργαζόμενοι δεν δούλευαν λιγότερες ώρες, όπως θα περίμενε κανείς, απλώς διαμόρφωναν ένα πρόγραμμα «στα μέτρα» τους. Αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν πώς αισθάνονταν οι εργαζόμενοι για τη δουλειά τους. Οι «ευέλικτοι» ένιωθαν ευεξία, γεγονός που οι επιστήμονες αποδίδουν στον αυτοέλεγχο, ουσιαστικά τον έλεγχο που έχει ο καθένας στο πρόγραμμά του, στην αυτονομία. «Δεν χρειαζόταν να ζητήσουν άδεια», εξηγεί η Phyllis Moen από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα.

«Οι εργαζόμενοι αναζητούν την ευελιξία σε όλα τα επαγγέλματα», παρατηρεί η Erin Kelly, ερευνήτρια του ΜΙΤ. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, πάντως, τα οφέλη της ευελιξίας γεύονται και οι δύο πλευρές –εργαζόμενοι και εργοδότες. Κερδισμένοι δεν βγαίνουν μόνο όσοι είναι εκ των πραγμάτων πιο ευέλικτοι, όπως οι εργένηδες, αλλά και οι παντρεμένοι, οι γονείς κ.α., που μπορούν με αυτόν τον τρόπο να εντάξουν στην καθημερινότητά τους πιο εύκολα τα χόμπι, τα ενδιαφέροντα και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Η έρευνα απέδειξε ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να αλλάξουν μοντέλο εργασίας, χωρίς αρνητικές συνέπειες, ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις οι ίδιοι οι εργαζόμενοι προβάλλουν αντιστάσεις. Ειδικά σε συγκεκριμένους χώρους, οι εργαζόμενοι είναι πολύ απρόθυμοι να αλλάξουν τρόπο εργασίας, καθώς υπάρχουν ισχυροί πολιτισμικοί συσχετισμοί με την εργασία σταθερού ωραρίου.

Το σημερινό μοντέλο εργασίας «είναι οργανωμένο με βάση το εργατικό δυναμικό της δεκαετίας του 1950, τους εργάτες και τους υπαλλήλους που είχαν τις γυναίκες τους να περιμένουν στο σπίτι. Δεν γίνεται να δουλεύουμε έτσι για μια ζωή χωρίς να αρρωστήσουμε ή να μπουχτίσουμε», εξηγεί η Kelly.