To μικρότερο μερίδιο των τελευταίων 17 ετών στη παγκόσμια δραστηριότητα Συγχωνεύσεων και Εξαγορών (M & Α) κατέχει φέτος η Ευρώπη σύμφωνα με τον όγκο των συναλλαγών να διαμορφώνεται στα 763,3 δισ. δολάρια, αποτελώντας το 22% του συνολικού όγκου που έφθασε τα 3,49 τρισ. δολάρια. Σε σύγκριση με το 2007, το οποίο αποτέλεσε μια χρονιά ρεκόρ για εξαγορές και συγχωνεύσεις, πρόκειται για πτώση της τάξεως του 41%.

Ο μειωμένος όγκος συναλλαγών γίνεται ακόμη πιο αισθητός συγκρινόμενος με τις αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες μέχρι στιγμής έχουν φθάσει τα 2 τρισ. δολάρια. Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν ένα δυσμενέστερο περιβάλλον το οποίο στοιχειοθετείται από αργή ανάκαμψη και αυστηρότερη νομοθεσία για κάποιες βιομηχανίες, όπως συνέβη για παράδειγμα στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπλόκαρε την εξαγορά εταιρειών τηλεφωνίας στη Δανία.

 «Η οικονομική ανάπτυξη στις ΗΠΑ συνέβαλε στην ανάπτυξη της δραστηριότητας M&A, πολύ περισσότερο από ό,τι στην Ευρώπη», σημειώνει ο Ben Thorpe, συνεργάτης της Goldman Sachs, της κορυφαίας εταιρείας συμβούλων M & A τα τελευταία έξι χρόνια. «Οι επιχειρήσεις προτίμησαν να κινηθούν με γρήγορους ρυθμούς και να επενδύσουν στις ΗΠΑ εν όψει μιας πιθανής αύξησης των επιτοκίων», προσθέτει.

Η αξία των ευρωπαϊκών εξαγορών αυξάνεται αλλά με ρυθμούς κατά 50% χαμηλότερους από ό,τι στη Βόρεια Αμερική και την Ασία, με την ευρωπαϊκή δραστηριότητα να σημειώνει ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 18% ενώ ο αντίστοιχος στη Βόρεια Αμερική είναι 41% και στην Ασία, 59%. Και αυτά τα νούμερα σημειώνονται ακόμη και μετά τα μεγάλα deal όπως η εξαγορά της ζυθοποιίας SABMiller από την ανταγωνίστρια Anheuser-Busch InBev ή η εξαγορά της BG Group που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο από την Royal Dutch Shell.

Η πρόθεση για επενδύσεις σε M&A βρίσκεται σε υψηλό εξαετίας με το 60% των εταιρειών να προγραμματίζουν κάποια εξαγορά μέσα στο επόμενο 12μηνο, με κύριο προσανατολισμό την αγορά των ΗΠΑ, αναφέρει σε πρόσφατη έκθεσή της η συμβουλευτική εταιρεία EY’s Global Capital Confidence Barometer.

«Τα μεγάλα deal βασίζονται στη διαθεσιμότητα φθηνών δανείων και σε "μεγάλο βάθος αγοράς" (μεγάλο όγκο συναλλαγών), επομένως είναι αναμενόμενο ότι η αγορά των ΗΠΑ θα παρουσιάσει καλύτερες επιδόσεις από την ευρωπαϊκή», σημειώνει ο Andrew Ballheimer, συνεργάτης της εταιρείας Allen & Overy στο Λονδίνο.

Κατά ένα μέρος το πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγοράς εντοπίζεται στο γεγονός ότι υστερεί σε έναν κλάδο που γνωρίζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη, την τεχνολογία. Ο όγκος συναλλαγών έχει τριπλασιαστεί φέτος με το 80% να προέρχεται από τη Βόρεια Αμερική και κυρίως από τη συμφωνία «μαμούθ» της εξαγοράς της EMC από την Dell έναντι 67 δισ. δολαρίων. Εξίσου ενισχυτικά επέδρασε στην αγορά και η αύξηση των deals στον τομέα των εταιρειών ημιαγωγών.

Η Ευρώπη στερείται ενός πραγματικού της δικτύου υψηλής τεχνολογίας, μιας δικής της Silicon Valley και εξειδικεύεται κυρίως σε startups. Η μεγαλύτερη συμφωνία στον κλάδο που να αφορά ευρωπαϊκή εταιρεία είναι η προσφορά εξαγοράς της Dublin’s King Digital Entertainment από την Activision Blizzard έναντι 5,9 δισ. δολαρίων.

Για τα λεγόμενα μη κυκλικά καταναλωτικά αγαθά, τα οποία περιλαμβάνουν είδη διατροφής, ποτά και φαρμακευτικά προϊόντα, οι συμφωνίες που έγιναν αντιπροσωπεύουν πάνω από τα 2/3 των χρημάτων που δαπανήθηκαν. Κάποια από τα πιο αντιπροσωπευτικά deals είναι εκείνα της Pfizer, της Kraft Foods και της Cigna Corp. Η Pfizer διαθέτει 160 εκατ. δολάρια για την εξαγορά της Allegran («φιλική συγχώνευση»), με βασικό στόχο την μεταφορά της έδρας της πρώτης στο Δουβλίνο όπου το φορολογικό καθεστώς είναι ευνοϊκότερο.

Βέβαια, η Ευρώπη, μπορεί να υστερεί σε μέγεθος, όχι όμως και σε νούμερα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο αριθμός των συναλλαγών για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχει σημειώσει άνοδο 12% σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα φθάνοντας τις 6.000 τη στιγμή που στις ΗΠΑ φθάνει τις 8.740.

«Ενώ οι συναλλαγές στην Ευρώπη υπολείπονται έναντι των αμερικανικών, η ευρωπαϊκή αγορά δείχνει ισχυρή και αυτό αποτελεί μια πρόκληση για τις εταιρείες συμβούλων», αναφέρει ο κ. Ballheimer, στέλεχος εταιρείας.