Η προσπάθεια των Ρώσων μεγιστάνων να κάνουν «τόπο στα νιάτα» και να παραχωρήσουν πλούτη και εξουσία στις επόμενες γενιές ίσως να μην είναι πλέον τόσο εύκολη υπόθεση όσο ήταν κάποτε. Ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες φράσσουν το «δρόμο» της διαδοχής, όπως είχε γίνει και κατά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης η οποία πυροδότησε μια πρωτόγνωρη μεταφορά πλούτου. Σήμερα, οι ρωσικές τράπεζες ετοιμάζονται για μια ακόμη μετάβαση κατά την οποία η πρώτη γενιά καπιταλιστών θα παραδώσει τη σκυτάλη στους επόμενους, ή τουλάχιστον θα προσπαθήσει να το κάνει.

Εμπιστευτικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν με τη συμμετοχή εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων και οι οποίες χρονολογούνται από το διάστημα που επιβλήθηκαν οικονομικές κυρώσεις από την πλευρά της Ευρώπης και των ΗΠΑ στη Ρωσία, αναδεικνύουν το μεγάλο «εχθρό» του ρωσικού κεφαλαίου: το νομικό πλαίσιο, το οποίο καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή οποιαδήποτε μεταφορά επιχειρηματικής  δραστηριότητας από τη μια γενιά στην άλλη, δημιουργώντας έντονο προβληματισμό στους κύκλους των Ρώσων δισεκατομμυριούχων για το θέμα της διαδοχής τους.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο University College London, Alena Ledeneva, «οι μεγάλοι επιχειρηματίες είναι ουσιαστικά όμηροι του συστήματος» και όπως αναφέρει: «οι ίδιοι μπορεί να προτείνουν στα παιδιά τους να ενταχθούν σε αυτό το καθεστώς ομηρίας, όμως είναι αποκλειστικά  στο χέρι του Πούτιν και του συστήματός του το αν θα μπορέσουν να ενσωματωθούν στη συγκεκριμένη τάξη πραγμάτων».

Οι δυναστείες

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι επιχειρηματίες προτιμούν να απαλλαχθούν με κάθε τρόπο από τις μετοχές τους επιλέγοντας κυρίως να τις πουλήσουν παρά να τις μεταβιβάσουν στους απογόνους τους. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει έρευνα που εκπόνησε η εταιρεία PricewaterhouseCoopers LLP, στην οποία τουλάχιστον το 50% των ερωτωμένων δήλωσε ότι επιθυμεί να πουλήσει τις μετοχές του. Το συμπέρασμα αυτό  ενισχύεται και από τα ευρήματα της έρευνας του οργανισμού Moscow Skolkovo School of Management Wealth Transformation Centre, η οποία καταδεικνύει ότι πάνω από το 50% των ρωσικών εταιρειών θεωρούν ότι δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν τη δυναστεία.

«Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες»

Η περίπτωση θυμίζει έναν χρυσό «γόρδιο» δεσμό. Το δημόσιο έχει απλώσει τα πλοκάμια του στις δραστηριότητες των πιο εύπορων ανθρώπων της Ρωσίας, δηλαδή εκείνων που συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με το Bloomberg, στους 400 πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου και οι οποίοι ελέγχουν 200 δισ. δολάρια. Από αυτά τα χρήματα, τουλάχιστον τα 115 συνδέονται με το δημόσιο.

Το πρόβλημα έγκειται στον ιδιότυπο καπιταλισμό που έχει επιβάλει η χώρα, σε μία μετα-σοβιετική οικονομία στην οποία κυριαρχούν οι προσωπικές σχέσεις με τους ανθρώπους του Πούτιν και μια δέσμη άγραφων κανόνων, οι οποίοι δεν αφήνουν περιθώρια να αναπτυχθούν άλλο οι δυναστείες.

Η γήρανση του πληθυσμού των επιχειρηματιών σε συνδυασμό με την τάση να αποχωρούν από τις επιχειρήσεις τους ή να τις πουλούν σε τρίτους παρά να τις κληροδοτούν στην οικογένειά του , συνθέτουν το ιδιαίτερο πλαίσιο της ρωσικής αγοράς, σημειώνει ο Ilya Solarev, στέλεχος της UBS, ο οποίος διαχειρίζεται 500 δισ. δολάρια για λογαριασμό ιδιωτών με υψηλό καθαρό εισόδημα.

Ως εκ τούτου, όπως σημειώνει ο οργανισμός Skolkovo, «η μεγάλη πλειοψηφία των εύπορων Ρώσων αναγκάστηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες να πλησιάσουν ανθρώπους που ασκούσαν επιρροή σε διάφορα επίπεδα από εφοριακούς και νομικούς μέχρι φορείς και ρυθμιστικές αρχές». Αυτή η τακτική δημιούργησε ένα είδος «άυλων αγαθών, τα οποία δεν μπορούν να μεταφερθούν στις επόμενες γενιές από τη μια στιγμή στην άλλη», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το κέντρο.

Αποτρεπτικά στην όλη διαδικασία λειτουργεί κυρίως το νομικό πλαίσιο, το οποίο καθιστά μάταιη οποιαδήποτε προσπάθεια δημιουργίας πλούτου τη στιγμή που τρίτα μέρη «απλώνουν το χέρι» και υφαρπάζουν κεφάλαια με διάφορα προσχήματα.

Και αυτό έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τις συνθήκες που επικρατούν στον υπόλοιπο κόσμο, όπου το κεφάλαιο ενθαρρύνεται από το νομικό καθεστώς, το οποίο περιφρουρεί τη μεταφορά πλούτου από τη μια γενιά στην άλλη.

Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, οι μεγαλύτεροι κολοσσοί δημιουργήθηκαν χάρη στο προνομιακό καθεστώς που επέτρεπε στις οικογενειακές επιχειρήσεις να αναπτυχθούν. Ο Sam Walton, ιδιοκτήτης της Wal-Mart κληροδότησε στα τέσσερα παιδιά του το 1950 την επιχείρηση δημιουργώντας τη μεγαλύτερη οικογενειακή περιουσία στον κόσμο.

Και σίγουρα η περιουσία είναι θέμα «κληρονομικό». Τουλάχιστον το ένα τρίτο από τους 400 δισεκατομμυριούχους του σχετικού δείκτη του Bloomberg έχει κληρονομήσει την περιουσία που διαχειρίζεται ενώ το ίδιο συμβαίνει και με το ένα τέταρτο των 125 δισεκατομμυριούχων στις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, το 50% των 106 πιο εύπορων ανθρώπων στην Ευρώπη αποτελούν τουλάχιστον πρώτη γενιά κληρονόμων.

Οι πολιτικές προεκτάσεις

Το μέγεθος τη διείσδυσης των πολιτικών παραγόντων στην επιχειρηματική δραστηριότητα στη Ρωσία φαίνεται από την περίπτωση του κ. Guryev, συνεργάτη του Mikhail Khodorkovsky, ενός από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στη Ρωσία. Ο κ. Gurvev συντέλεσε στη διείσδυση της ρωσικής εταιρείας χημικών, Phosagro, στην ευρωπαϊκή αγορά φωσφορούχων λιπασμάτων χρησιμοποιώντας τη θέση που κατείχε στο κοινοβούλιο για πάνω από μία δεκαετία.

Η περιουσία του Gurvev αποτιμάται σε 4,5 δισ. δολάρια και ο Khodorkovsky καταδικάστηκε το 2005  για φοροδιαφυγή, ξέπλυμα χρήματος και νομιμοποίηση εσόδων από την εκμετάλλευση πετρελαίου  αλλά κρίθηκε αθώος αφού πρόβαλε το επιχείρημα ότι οι κατηγορίες εναντίον του αποτελούσαν «αντίποινα» επειδή είχε χρηματοδοτήσει πολιτικά κόμματα που αντιτάσσονταν στον Πούτιν. Έτσι, αφού πέρασε 10 χρόνια στη φυλακή, σήμερα ζει εξόριστος στην Ελβετία.

Όπως εκτιμά ο επικεφαλής του οργανισμού Skolkovo Center, Ruben Vardanyan, τουλάχιστον 60.000 Ρώσοι επιχειρηματίες θα αντιμετωπίσουν το δίλημμα της μεταφοράς περιουσίας στους συγγενείς ή της πώλησης των επιχειρήσεων σε τρίτους και της οριστικής αποχώρησής τους από την επιχειρηματική αρένα.