Ο κ. Παπαντωνίου, για τον οποίο βέβαια ισχύει το τεκμήριο αθωότητας μέχρι την ενδεχόμενη τελεσίδικη καταδίκη του, είναι δυστυχώς ο δεύτερος υπουργός Άμυνας που οδηγείται στην φυλακή με κατηγορίες διαφθοράς. 

Επί δεκαετίες η Ελλάδα βοά για σκάνδαλα, δωροδοκίες, μίζες. Η μόνη παράταξη που έχει διαχρονικά προσπαθήσει να προστατέψει τη δημοκρατία μας και τη λειτουργία του κράτους από φαινόμενα αδιαφάνειας, διασπάθισης δημοσίου χρήματος και παράνομων συναλλαγών είναι η δημοκρατική παράταξη, όπως αυτή εκπροσωπήθηκε από το ΠΑΣΟΚ (νέες ανεξάρτητες αρχές, Διαύγεια, εισαγγελέας διαφθοράς, κατάργηση τραπεζικού απορρήτου/ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, ηλεκτρονικοί διαγωνισμοί, κ.α.).

Καμία άλλη πολιτική παράταξη μέχρι σήμερα δεν έχει καταθέσει προς δημόσιο διάλογο ή ψηφίσει κανένα -έστω ένα- μέτρο που να δημιουργεί άμυνες υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και των χρημάτων των Ελλήνων φορολογούμενων.

Η δε Κυβέρνηση της "αριστεράς" δεν έχει να επιδείξει το παραμικρό σε ζητήματα διαφάνειας, λογοδοσίας και ελέγχου/περιορισμού/τιμωρίας οποιασδήποτε μορφής παραβατικότητας. Ενώ όποτε οι καταγγελίες αφορούν τα δικά της πεπραγμένα, τα ζητήματα αποσιωπούνται με συνοπτικές διαδικασίες μέσα στη μυθοπλασία περί "ηθικού πλεονεκτήματος". Άραγε θα πληροφορηθούμε και για σκάνδαλα της παρούσας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από την επόμενη κυβέρνηση;

Ακόμη, Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ σε διαφορετικές περιόδους (2004-2009, 2012-14, 2015-18) αντί να εισάγουν νέους θεσμούς ή να ενισχύσουν τους υφιστάμενους, με σκοπό την καταπολέμηση της διαφθοράς και του μαύρου πολιτικού χρήματος χρησιμοποίησαν τα επιμέρους γεγονότα μόνο για επικοινωνιακή εκμετάλλευση, συμψηφισμούς και αποπροσανατολισμό των πολιτών από τα προβλήματα και τις ανάγκες της χώρας. Ταυτόχρονα ανταγωνίζονται με διάφορους τρόπους προκειμένου να επηρεάσουν τις δικαστικές αποφάσεις και να εντάξουν τις δικαστικές ενέργειες σε παιχνίδια σκοπιμοτήτων και καλλιέργειας εντυπώσεων. Τελευταίο κραυγαλέο παράδειγμα ο Υπουργός Υγείας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που ευθέως εξήγγειλε τη χρησιμοποίηση της δικαστικής έρευνας στο προεκλογικό πολιτικό παιχνίδι με μοναδικό στόχο, όχι την αλήθεια, την απόδοση δικαιοσύνης και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς, αλλά την παραμονή τους στην εξουσία.

Ξαναγυρίζοντας όμως στην ουσία του ζητήματος προκύπτει ότι παρά τις νομοθετικές προσπάθειες των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ ώστε να αποτραπούν τέτοια φαινόμενα το αποτέλεσμα δεν είναι το επιθυμητό. 

Όλα αυτά όμως πρωτίστως συμβαίνουν διότι ο διοικητικός εκσυγχρονισμός της χώρας εξακολουθεί να υστερεί. 

Εμφανίζεται μεγάλο έλλειμμα στη βούληση των εκάστοτε κυβερνήσεων για την εφαρμογή των νόμων και την αξιοποίηση προς τούτο των ελεγκτικών φορέων που παραμένουν απελπιστικά υποστελεχωμένοι και αρκούνται να επικεντρώνουν το έργο τους μόνον σε κραυγαλέες περιπτώσεις.
Το σύστημα των προμηθειών παρά την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας  στις Ευρωπαϊκές οδηγίες 2014/23/ ΕΕ και 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ παραμένει ακόμα αδιαφανές.

Οι νόμοι, αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα, όπως αναθεωρήθηκε το 2001, εξακολουθούν να διευκολύνουν την ασυλία των υπουργών. 

Αντίβαρα των εξουσιών δεν υπάρχουν και οι Ανεξάρτητες Αρχές υποτυπωδώς επιτελούν το έργο τους. 

Ενόψει της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να διατυπωθούν σοβαρές προτάσεις για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος και τη θεσμική αναβάθμιση της λειτουργίας του πολιτεύματος με όρους που θα εξασφαλίζουν ποιότητα διακυβέρνησης, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα. 
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στις θεσμικές και  διαδικαστικές διευθετήσεις τις αναγκαίες ώστε να διευκολυνθεί, υποστηριχθεί και κυρίως να επιταχυνθεί το διερευνητικό έργο της δικαιοσύνης; 

Ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας  από τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις πρέπει να θεωρηθεί η εξυγίανση του πολιτικού μας συστήματος, η ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και η εμπέδωση και εμβάθυνση της Δημοκρατίας όπως και η διεκδίκηση διαφάνειας για τους πάντες και παντού, χωρίς καμία εξαίρεση.

Ωστόσο επί  της πολιτικής διάστασης του θέματος απορίες γεννώνται για τις λογικές συλλογικής ενοχής που προβάλλουν ορισμένες πολιτικές δυνάμεις σε μια προσπάθεια πάση θυσία μεταφοράς των πολιτικών ευθυνών σε άλλα πολιτικά πρόσωπα και σχήματα πέραν του άμεσα εμπλεκόμενου τ. υπουργού.

Τέτοια ζητήματα πρέπει να παραμείνουν αυστηρά σε δικαστικό και θεσμικό επίπεδο και να μην αποτελέσουν αντικείμενα μικρό-πολιτικής εκμετάλλευσης.