Καταλυτικός παράγοντας για την περαιτέρω ενδυνάμωση της κοινωνικής ανταποδοτικότητας από την επιχειρηματικότητα, θα είναι η άντληση δυνάμεων από το γεγονός ότι, σημαντικό ποσοστό της ευρωπαϊκής οικονομίας έχει ως στόχο να παράγει κέρδη που δεν καταλήγουν μόνο σε επενδυτές και ιδιοκτήτες. Η καλλιέργεια της κοινωνικής αλληλεγγύης, ως διαδικασία που ωφελεί την τοπική ανάπτυξη και την ισότητα ευκαιριών ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες, που προωθεί την εργασία των κοινωνικά αποκλεισμένων και τη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων εργασίας είναι τόσο προοδευτική και δημοκρατική, όσο θεωρητικά και πρακτικά εφικτή στην εφαρμογή της, για τη βιωσιμότητα της κοινωνίας, ώστε να δικαιολογεί τον όρο «οικονομία της αλληλεγγύης».

Η οικονομία, στο πλαίσιο που τη γνωρίζουμε μετα-νεωτερικά, στηρίζεται ως λειτουργία σε δύο πυλώνες. Το «κράτος επιχειρηματίας» ή το «κράτος πρόνοιας», το οποίο στην εποχή του άτεγκτουνεοφιλελευθερισμού υποχωρεί από τη θέση ισχύος για να λάβει νέες μορφές που προωθεί η ιδιωτικοποίησή του. Αλλά και τον αμιγώς, ιδιωτικό με προμετωπίδα το εταιρικό «επιχειρείν», το οποίο ενέχει το στοιχείο τηςπαγκοσμιοποίησης, δεδομένου ότι, το 80% της παγκόσμιας οικονομίας, ελέγχεται από 737 μεγάλες επιχειρήσεις.

Αναμφίβολα, η εξέλιξη των κοινωνιών, εξέλιξε και την οικονομία. Για κάποιους μελετητές, έγινε το αντίστροφο. Η εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας, μετέβαλε τη λειτουργία των εθνικών οικονομιών, καθώς η πρώτη αποζητά να επανακαθορίζει τις ανάγκες, αλλά και το είδος εξυπηρέτησής τους, των δεύτερων. Στη διαδικασία αυτή, συνυπολογίζεται πια, μία άλλη παγκόσμια τάση, αυτή της «κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας», η οποία αναδύεται ανά τον κόσμο, εδώ και δεκαετίες.

Ευρώπη και κόσμος

Στη Γηραιά ήπειρο σήμερα, λειτουργούν 2 εκατομμύρια επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας. Αντιπροσωπεύουν το 10% του συνόλου των επιχειρήσεων στην ΕΕ, καθώς και το 6% του εργατικού δυναμικού. Στη Γαλλία, αντιπροσωπεύει το 10% του ΑΕΠ. Είναι κάτι περισσότερο από 2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και το 14% της ιδιωτικής απασχόλησης. Στην Ισπανία, η Συνομοσπονδία των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας (CEPES) υπολογίζει τον αριθμό των άμεσων κι έμμεσων εργαζομένων σε 2,2 εκ. και στο 12,5% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας. Στην Ιταλία μεταξύ 2008-2014 χάθηκαν, σχεδόν 500.00 θέσεις εργασίας στις παραδοσιακές επιχειρήσεις, ενώ η απασχόληση σε κοινωνικούς συνεταιρισμούς αυξήθηκε κατά 20% (σε 407.000 από 340.000 θέσεις εργασίας). Στο Βέλγιο, το ίδιο διάστημα (2008-2014), ενώ η απασχόληση στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα μειώθηκε, στις κοινωνικές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 11,5%, ενώ στη διοικητική περιφέρεια των Βρυξελλών, η αύξηση έφτασε το 25%.

Λατινική Αμερική και κυριότατα, Βραζιλία και Αργεντινή πολλαπλασιάζουντις αυτό-διαχειριζόμενες επιχειρήσεις τους, από υπό-απασχολούμενα άτομα με αδύναμες αμοιβές. Στη Βενεζουέλα μεγάλες πετρελαϊκές μονάδες υπάχθηκαν σε καθεστώς συνεταιριστικής κι αυτό-διαχειριζόμενης λειτουργίας με τη συμμετοχή του κράτους και των εργαζομένων με σαφώς, ευνοϊκότερη θέση, από πριν. Από το 1995, το Βέλγιο συνέταξε σχετικό νόμο, ενώ ακολούθησαν Γαλλία, Πορτογαλία, Φιλανδία, Λιθουανία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Σουηδία, Αυστρία κ.α.. Σήμερα, αντίστοιχο πλαίσιο έχει και η Ελλάδα.

Ορίζοντας το χώρο

Η δράση ανάμεσα στο κρατικό και το ιδιωτικό είναι ελκυστική -εν καιρώ κρίσης- για αρκετά μέλη της εκάστοτε κοινωνίας. Μιλούμε για την άνθιση μιας εναλλακτικής επιχειρηματικής φιλοσοφίας και τη νοηματοδότησή της μέσα από τη σύγχρονή της εξέλιξη. Εναλλακτικό παράδειγμα εφαρμογής καινοτομικών λύσεων στην καταπολέμηση της ανεργίας και του αποκλεισμού.

Στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, στην περιβαλλοντική ανάπτυξη, στην ανάπτυξη του πολιτιστικού προϊόντος. Με απλά λόγια, ο «Τρίτος πυλώνας» έρχεται να καλύψει κοινωνικές ανάγκες που κατάφερε, ούτε ο κρατικός, αλλά ούτε κι ο ιδιωτικός τομέας.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι, το στοιχείοτου «κοινωνικού» και της «αλληλεγγύης», ταυτόχρονα με τα σημαίνοντα που ενυπάρχουν στους δύο αυτούς, όρους-τόσο για τα δρώντα υποκείμενα, όσο και για τα επιμέρους αντικείμενα ή τα μέσα που λαμβάνονται για χρήση-έχει ως κύρια κατεύθυνση την «από τα κάτω» διαδικασία, ενώ ευελπιστεί να αποτελέσει -ως εργαλείο κοινωνικού μετασχηματισμού- την οικονομία της μετάβασης προς ένα διαφορετικό, από το καπιταλιστικό, κοινωνικό υπόδειγμα.

Πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο; Φυσικά, με την «ηθική» διαχείριση των προβλημάτων, μετο κατάλληλο νομικό πλαίσιο,τη λειτουργική σύνδεση με την αγορά, αλλά και την ανάπτυξη εναλλακτικών δομών. Με την ίδια, τη μορφή της εσωτερικής οργάνωσης και της αυτορρύθμισης, με την έμφαση στην τοπικότητα, στη συμμετοχικότητα και στη δημοκρατική λειτουργία. Μεσυνέργειες, φορέων, δικτύων εθελοντισμού και κινημάτων που ωθούντην κοινωνία στη συλλογική ενεργοποίηση.

Όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του. Στη βάση αυτού, του πνεύματος, η σχέση του προτεινόμενου παραδείγματος, με τη μορφή συνεταιριστικής επιχείρησης ή επιχείρησης λαϊκής βάσης -έχοντας απορρίψει τη μεγιστοποίηση του κέρδους σαν μέτρο επιτυχίας- είναι επιτυχημένη, όταν συμβάλλει στη συλλογική ευημερία και όχι αποκλειστικά στα κομμάτια της κοινωνίας, που συμμετέχουν στη δραστηριότητα. Όταν, η προτεραιότητα αποδίδεται στα άτομα και στην εργασία έναντι του κεφαλαίου.

Περιγραφή της μετάβασης

Η ΕΕ προωθεί την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας ως κεντρικό άξονα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Για τη θεμελίωση της ποιότητας ζωής σε τοπικό επίπεδο. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά παραδείγματα, καθοδηγήθηκαν από την προσδοκία μιας ανώτερης δυνατότητας, από εκείνης του κράτους στην παροχή υπηρεσιών -γενικού οφέλους- με πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Η δυσκολία της διαδικασίας, περιγράφεται από τους επιμέρους στόχους της. Διαφάνεια αποτελεσμάτων κι επαναξιολόγηση, κοινωνική ασφάλεια και υπευθυνότητα με αναδιανομή κερδών, συλλογική ιδιοκτησία και χρήση των μέσων παραγωγής, ισότιμη εργασία και συνεργατικότητα, αυτοδιαχείριση και δημοκρατική συν-απόφαση. Πάνω απ’ όλα, όμως με αλληλεγγύη ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες – εταίρους.

Αποβλέποντας ταυτόχρονα, στην οικολογική βιωσιμότητα με την αξιοποίηση τοπικών φυσικών πόρων για την αυτοδυναμία της επιχειρηματικής δράσης των περιοχών. Η λειτουργία αυτή, ανταποκρίνεται εξισορροπητικά στην εξελισσόμενη δυναμική της προσφοράς και της ζήτησης, ενώ συνδέει δίκαια τις εναλλαγές των τοπικών αναγκών.

Για να έχει τύχη, η διαδικασία αυτή προς μία «μεταβατική» κοινωνία, οφείλεται πρώτα να αναδειχθεί, η έννοια του συλλογικού – κοινωνικού οφέλους με τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά και τα στοιχεία μιας αμεσο-δημοκρατικής συνεννόησης και τελικής συμφωνίας. Τότε, μόνον μπορεί να γίνει ελκυστική στην κοινωνική πλειοψηφία προκειμένου, η ίδια να κινηθεί προς αυτήν.

Στην ΕΕ, η καθιέρωση της κοινωνικής οικονομίας, ως συμπληρωματική, της κυρίαρχης μορφής,της καπιταλιστικής οικονομίας, φαίνεται να ευνοείται αλλά και να ευνοεί, τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών.

Η Ελλάδα

Στη χώρα μας, μπορεί να αποτελέσει μια οραματική προσπάθεια ανατροπής, ως προς την αναζήτηση μιας επωφελέστερης συνεργατικής οικονομίας των αναγκών στη βάση των όρων μιας νέας, βιώσιμης ελληνικής κοινωνίας. Είναι ενθαρρυντικό, που η παρούσα κυβέρνηση, υλοποιεί έναν συγκεκριμένο σχεδιασμό, προσβλέποντας στα οφέλη υιοθέτησης, της φιλοσοφίας αυτής.

Η ανεπάρκεια προσφοράς των κοινωνικών υπηρεσιών κι ευρύτερα της ποιότητας ζωής-κατά την επέλαση της οικονομικής κρίσης- πολλαπλασίασε τις ευκαιρίες εξυπηρέτησής της, από τον τομέα της κοινωνικής οικονομίας. Η σταθερότητατου πλαισίου ενίσχυσης των παραγωγικών εγχειρημάτων αυτό-οργάνωσης και αυτοελέγχου- ώστε να συνεισφέρουν ένα σημαντικό μερίδιο του ΑΕΠ- όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας.

Η έλλειψη ενημέρωσης κι ενδιαφέροντος που παρατηρούνταν παλαιότερα, ελέω απουσίας  θεσμικών και χρηματοδοτικών κανόνων, φαίνεται σήμερα, να μη συνιστά εμπόδιο για την άνθιση των δραστηριοτήτων και την ύπαρξη μιας παράλληλης κοινωνίας, εντός της κυρίαρχης.

Ο «Τρίτος πυλώνας» αποτελεί ένα ελπιδοφόρο πεδίο κι ένα Κ.ΑΛ.Ο. παράδειγμα διαχείρισης των προβλημάτων που απορρέουν από τη μετεξέλιξη των σύγχρονων κοινωνικών και οικονομικών συστημάτων. Υιοθετώντας τη διεθνή εμπειρία, οι ευφυείς λύσεις εδώ, είναι εφικτές σε τοπική κι εθνική κλίμακα.

Μπορεί, ο στόχος του 10% -ως ποσοστού συμμετοχής της κοινωνικής οικονομίας στο ΑΕΠ- να φαντάζει μεγαλεπήβολο εγχείρημα συγκριτικά με τις καταγεγραμμένες επιδόσεις των συνεταιριστικών επιχειρήσεων, ωστόσο μπορεί να συνιστά ένα μεγάλο στοίχημα για την εξωστρέφεια της χειμαζόμενης ελληνικής οικονομίας και την ανάπτυξή της, εν τέλει.