Οι βουλευτικές και προεδρικές εκλογές της 24ης Ιούνη συνιστούν μια διπλή εκλογική πρόκληση για τη μελλοντική πορεία της Τουρκίας και του Ταγίπ Ερντογάν. Μόλις, δύο 24ωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες, η συζήτηση στην Τουρκία, δεν εστιάζεται στο τι θα σημάνει η επανεκλογή του Τούρκου Προέδρου, αλλά τι θα συμβεί σε περίπτωση αποτυχίας του, να κερδίσει.

Γεγονός που ερμηνεύει αρχικά, ένα κλίμα εμπέδωσης του, ως δημοφιλέστερου Τούρκου ηγέτη και αδιαφιλονίκητου διαμορφωτή των εξελίξεων, καθώς και ένα ψυχολογικό status quo της κοινωνίας που μεταφράζει οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη, πλην της νίκης Ερντογάν σε μια κατάσταση που μπορεί ενδεχομένως, να ενώσει την Τουρκία προκειμένου να λύσει τα προβλήματά της. Το ένα εξυπηρετεί πλήρως τους εκλογικούς του σκοπούς, το άλλο όχι.

Το εκλογικό διακύβευμα

Τον Απρίλη με πρόσχημα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και το Ιράκ, ο Τούρκος πρόεδρος προκήρυξε την ημερομηνία των εκλογών, υποστηρίζοντας το «αβέβαιο» της εθνικής συγκυρίας. Επί της ουσίας, εδώ και καιρό σχεδιάζει και εφαρμόζει τις πολιτικές του, εντός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Είναι η ίδια κατάσταση, που τον εξυπηρετεί εδώ και μήνες να εφαρμόζει τακτικές περιστολής της δημοκρατίας, εκτεταμένης λογοκρισίας, φυλάκισης πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων και δημοσίων λειτουργών.

Η άλλη όψη του νομίσματος ωστόσο, φανερώνει πως τα έντονα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν μπορούν να συγκρατηθούν εύκολα. Η πορεία των εμπορικών συναλλαγών με τις γείτονες χώρες έχει υποστεί ουσιαστική καθίζηση λόγω της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής που, ο Ερντογάν έχει υιοθετήσει. Η  «νίκη» στο συριακό μέτωπο του Αφρίν επί των κουρδικών δυνάμεων, καθιστά εκλογικά –άκρως-αξιοποιήσιμα, τα εθνικιστικά αισθήματα που έχουν αναπαραχθεί το τελευταίο διάστημα.

Μάχη για Πρόεδρο και Κοινοβούλιο

Ο Μουχαρέμ Ιντζέ του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), η Μεράλ Ακσενέρτου νέου εθνικιστικού κόμματος «Ιγί» (Καλό), ο  Τεμέλ Καραμολάογλου του ισλαμιστικού Κόμματος της «Ευδαιμονίας» και ο  Σελαχατίν Ντεμιρτάς του αριστερού, φιλοκουρδικού Κόμματος της «Δημοκρατίας των Λαών» (HDP), φυλακισμένος του τουρκικού καθεστώτος στην Αδριανούπολη, αποτελούν σοβαρούς αντιπάλους που μπορούν να στερήσουν την επικράτηση του Ερντογάν, από τον πρώτο γύρο.

Για το κοινοβούλιο, δύο είναι οι μεγάλοι εκλογικοί συνασπισμοί. Το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν με τους Εθνικιστές (MHP) του Μπατσελί, από τη μία. Το ρεπουμπλικανικό CHP με όσους εθνικιστές αποδήμησαν για το κόμμα «Ιγί» της Ακσενέρ και τους ισλαμιστές του Κόμματος της Ευδαιμονίας, από την άλλη. Το HDP σε μια συμβολική ένδειξη και ουσιαστική προσπάθεια διαφύλαξης του πολιτικού του αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική πρόοδο στην Τουρκία, δεν έχει συμπράξει με κανέναν εκλογικό συνδυασμό.

Η σημασία των εκλογών

Το τουρκικό σύνταγμα -ευνοώντας τα μεγάλα κόμματα-προβλέπει ποσοστό 10% των ψήφων για την είσοδο στο κοινοβούλιο. Με τη νέα νομοθεσία όμως, ο σχηματισμός εκλογικών συμμαχιών δίνει τη δυνατότητα και σε μικρότερα κόμματα να λάβουν μερικές έδρες με την προϋπόθεση επίτευξης του ποσοστού του 10% από τον εκλογικό συνασπισμό.

Το κερδισμένο με ισχνή πλειοψηφία, από τον Ερντογάν, συνταγματικό δημοψήφισμα με τις υπερεξουσίες για την έκδοση διαταγμάτων με ισχύ νόμου που θα αποδοθούν πια, στο νέο Πρόεδρο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις επικείμενες εκλογές.

Για το λόγο αυτό, υπερκεράστηκαν παραδοσιακές προσεγγίσεις που συνέβαλαν στη σύμπραξη αντιμαχόμενων μεταξύ τους πολιτικών δυνάμεων, όπως οι «λαϊκοί» και οι Ισλαμιστές για να επιτευχθεί η ανατροπή της νίκης, του Τούρκου προέδρου. Σε ενδεχόμενη επικράτηση των αναμενόμενων από τη συμμαχία της αντιπολίτευσης επιδόσεων, όπως και του 10% των ψήφων από το HDP, εφόσον δεν μετέχει σε κάποια εκλογική συνεργασία, είναι πιθανόν το κυβερνών AKP να βρεθεί μπροστά στην απώλεια της πλειοψηφίας του στο κοινοβούλιο.

Οι πιθανότητες και τα σενάρια

Ο αιφνιδιασμός του Τούρκου προέδρου, δεν φαίνεται να έπιασε τόπο. Τόσο, η τουρκική κοινωνία, όσο και οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις, φάνηκαν προετοιμασμένες για αυτό, το ενδεχόμενο. Η Τουρκία βρίσκεται σε πολιτικό και εκλογικό αναβρασμό για περισσότερο από έναν χρόνο, δεδομένου και της διεξαγωγής του συνταγματικού δημοψηφίσματος.

Η πορεία της οικονομίας σε ένα μεσο-μακροπρόθεσμο πλαίσιο, συνεχίζει να προβληματίζει. Η πτώση της αξίας της τουρκικής λίρας αποτελεί ένα μεμονωμένο παράδειγμα. Στο περιβάλλον αυτό, η αντιπολίτευση λαμβάνει μια νέα ορμή.

Οι δημοσκοπήσεις στην Τουρκία, δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς για την αξιοπιστία τους, ενώ την ίδια ώρα τίθενται και θέματα «νομότυπης» νοθείας. Ο Τούρκος πρόεδρος καταγγέλλεται για 2,5 εκ. νοθευμένα ψηφοδέλτια, κατά το δημοψήφισμα του Απρίλη του 2017.

Όλοι αναμένουν να κερδίσει εύκολα στον πρώτο γύρο, χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία. Αυτό, μένει να επιβεβαιωθεί. Ακόμη και στο δεύτερο γύρο, τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα, έχοντας απέναντι πιθανότατα τον Ιντζέ, στον οποίο μπορούν να συσπειρωθούν δυνάμεις από κοινές δεξαμενές, συντηρητικών και εθνικιστών, αλλά και Κούρδων που δεν έχουν ως πρώτη επιλογή το HDP και εναντιώνονται στον ισλαμο-εθνικιστικό συνασπισμό των Ερντογάν και Μπαχτσελί.

Αν η αντιπολίτευση πάρει τον έλεγχο του κοινοβουλίου στις 24 Ιουνίου, ο Ιντζέ θα βρεθεί σημαντικά επωφελημένος κατά τις επαναληπτικές προεδρικές της 8ης του Ιούλη. Στην περίπτωση αυτή, θα μιλούσαμε για μια μαζική και πολυμέτωπη πολιτική αλλαγή στην Τουρκία, τόσο για το εσωτερικό, όσο και για τις εξωτερικές της σχέσεις.

Στην πιθανότητα, να κερδίσει ο Ερντογάν την προεδρία και να χάσει στο κοινοβούλιο, θα έχει απολέσει τον αέρα του νικητή στην τουρκική κοινή γνώμη. Διότι, θα εισέλθει σε ένα δεύτερο γύρο με το γόητρό του σοβαρά, λαβωμένο. Έπειτα, η πρόθεσή του να προκηρύξει και νέες εκλογές –έχοντας στα χέρια του υπερεξουσίες- ώστε να αποτρέψει την αντιπολίτευση από την–καθ’ ομολογία της-ακύρωση της συνταγματικής «μεταρρύθμισης», θα κλόνιζε περαιτέρω την εμπιστοσύνη στην τουρκική οικονομία και θα ενέτεινε την ατμόσφαιρα αποσταθεροποίησης στη χώρα.

Εξίσου, δύσκολη εξίσωση θα αποτελούσε το σενάριο, να κέρδιζε η αντιπολίτευση στην προεδρία και το ΑΚP στο κοινοβούλιο, δεδομένου ότι, το κόμμα του Ερντογάν δεν έχει κουλτούρα κοινοβουλευτικής συνεργασίας, ενώ κι ο Ιντζέ από τη θέση του Προέδρου, δεν θα ήταν καθόλου εγκρατής και νηφάλιος απέναντι στο κόμμα που κυριαρχεί στην τουρκική πολιτική σκηνή σχεδόν δύο δεκαετίες.

Κατ’ επέκταση είναι κομβικής σημασίας αν, ο Ερντογάν εκλεγεί στην προεδρία, ήδη από τον πρώτο γύρο κι αν το Κόμμα του Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) διατηρήσει την πλειοψηφία του στο κοινοβούλιο.