Η πυραυλική επίθεση των Η.Π.Α. σε συνεργασία με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία πυροδότησε εκ νέου τη συζήτηση για τη Συρία. Μετά από επτά χρόνια εμφυλίου πολέμου και την ανάμειξη πάρα πολλών περιφερειακών και διεθνών δρώντων με δικά τους συμφέροντα και σχέδια, η χώρα της Μέσης Ανατολής παραμένει παραδομένη στη βία, με ένα θλιβερό απολογισμό σε νεκρούς και πρόσφυγες. Εδώ και μήνες η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί χωρίς να αντιδρά επί της ουσίας- κυρίως λόγω του μπλοκαρίσματος πολλών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. από τη Ρωσία- τις τελευταίες πράξεις του δράματος που παίζονται στην Ανατολική Γκούτα. Σφυροκόπημα από τις κυβερνητικές δυνάμεις, μπλοκάρισμα της ανθρωπιστικής βοήθειας, μαζικές ανθρώπινες απώλειες και τέλος χρήση χημικών όπλων, μία κόλαση που έχουμε δει πολλές φορές σε επανάληψη από το 2011.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις και οι σύμμαχοι τους, στους οποίους αποδίδεται η χρήση των χημικών όπλων, φαίνεται πως πέρασαν για μία ακόμη φορά την κόκκινη γραμμή, με αποτέλεσμα να προκληθεί μία οργισμένη σε επίπεδο ρητορικής αντίδραση από τον Πρόεδρο Τραμπ, η οποία τελικά μετουσιώθηκε σε ένα χειρουργικό πυραυλικό χτύπημα κατά συγκεκριμένων εγκαταστάσεων, το οποίο έτυχε της ενεργούς υποστήριξη της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Ο στόχος και η μορφή της επίθεσης ήταν ξεκάθαρη και παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, λειτούργησε περισσότερο ως προειδοποίηση, παρά ως περαιτέρω κλιμάκωση με άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ στις ένοπλες συγκρούσεις. Ωστόσο, μέσω της επίθεσης ήρθε ξανά στο προσκήνιο ο προβληματισμός γύρω από το τι θέλουν τελικά να πετύχουν οι Η.Π.Α. στη Συρία. Σύμφωνα με την πρεσβευτή των Η.Π.Α. στον Ο.Η.Ε. η χώρα της έχει τρεις βασικούς στόχους στη Συρία, για αυτό και βρίσκεται εκεί: 1) την διασφάλιση ότι δεν χρησιμοποιούνται χημικά όπλα, 2) την οριστική ήττα της ISIS και 3) τον έλεγχο της περιφερειακής δράσης του Ιράν. Οι τρεις αυτοί στόχοι αναδεικνύουν πόσο περίπλοκο είναι το κουβάρι στη Συρία, επί της ουσίας στην πολύπαθη χώρα, εδώ και επτά χρόνια, διεξάγονται μία σειρά από πολέμους, συγκρούσεις και ανταγωνισμούς. Το αποτέλεσμα είναι πως σε αρκετές περιπτώσεις μία εξωτερική χώρα που εμπλέκεται να έχει συγκρουόμενες προσεγγίσεις σε επιμέρους θέματα και ως εκ τούτου να είναι δύσκολο να διαμορφωθεί μία σταθερή και συνεκτική στρατηγική, η οποία θα βοηθούσε και στον τερματισμό του πολέμου και τελικά στην ανοικοδόμηση της χώρας.

Οι Η.Π.Α. από την αρχή ήταν επιφυλακτικές με την υπόθεση της Συρίας, έχοντας ακόμη πολύ νωπά τα «τραύματα» από το Ιράκ. Παρά την αρχική πίεση που είχε ασκηθεί στον Πρόεδρο Ομπάμα, οι Η.Π.Α. δεν επενέβησαν στη Συρία, αφήνοντας έτσι πρόσφορο έδαφος στη Ρωσία, αλλά και σε μία σειρά περιφερειακούς παίκτες, κυρίως στο Ιράν και στην Τουρκία, να έχουν άμεση ανάμειξη στη σύγκρουση. Ωστόσο, η εμπλοκή τους στην αντιμετώπιση της ISIS δεν τους κράτησε μακριά από τη Συρία, ενώ και η χρήση χημικών όπλων έδειξε πως όταν θελήσει μπορεί να παρέμβει δυναμικά στη σύγκρουση και να αποτελέσει καταλύτη εξελίξεων. Δυστυχώς, τόσο οι Η.Π.Α., όσο και άλλοι δρώντες στη Συριακή κρίση, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο πως θα φέρουν εις πέρας τα επί μέρους συμφέροντα τους, χωρίς παράλληλα να προκαλέσουν μία γενικευμένη ανάφλεξη λόγω του πληθωρισμού δρώντων, και όχι στη μεγάλη εικόνα- τον τερματισμό δηλαδή της ένοπλης σύρραξης. Μετά από επτά χρόνια βίας και σπαραγμού, είναι υποχρεωτικό, τόσο οι Η.Π.Α. και η Δύση, αλλά όσο και άλλες χώρες (Ρωσία, Ιράν κ.α.) να συμφωνήσουν σε έναν οδικό χάρτη που θα τερματίσει τον πόλεμο. Δυστυχώς, τα ανταγωνιστικά συμφέροντα δεν μας επιτρέπουν να είμαστε ιδιαιτέρως αισιόδοξοι.