Ανοίγει ξανά η συζήτηση για αλλαγή του εκλογικού συστήματος, δηλαδή του συστήματος εκείνου, με το οποίο εκλέγονται οι περιβόητοι «300», τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης. Απασχολεί παραδοσιακά τα πολιτικά κόμματα, που αναζητούν πως θα ωφεληθούν το καθένα από αυτά, από πιθανή αλλαγή του.

Ας δούμε τρία από τα βασικά χαρακτηριστικά του ισχύοντος εκλογικού συστήματος:  Κατά πρώτον το λεγόμενο μπόνους των 50 εδρών που λαμβάνει το πρώτο κόμμα, κατά δεύτερον το λεγόμενο πλαφόν του 3% που απαιτείται να ξεπεράσει ένα κόμμα, προκειμένου να εκλέξει βουλευτές και κατά τρίτον η εντυπωσιακή ανισοκατανομή των εδρών ανάμεσα στις εκλογικές περιφέρειες.

Η  πρόβλεψη του μπόνους των 50 εδρών στόχευε στη ενίσχυση της δυνατότητας ισχυρών κυβερνήσεων, όταν τα κόμματα του παλιού δικομματισμού προσέγγιζαν ποσοστά της τάξεως του 40%. Πλέον, μετά τις εκλογές του 2012, το μπόνους δεν εξασφαλίζει μονοκομματικές κυβερνήσεις, επηρεάζει όμως σημαντικά τον πολιτικό ανταγωνισμό και αποκλείει ουσιαστικά το σχηματισμό κυβέρνησης χωρίς τη συμμετοχή του πρώτου κόμματος. Επίσης δημιουργεί διάφορα παράδοξα στην κατανομή των εδρών.

Η πρόβλεψη του πλαφόν του 3% είναι εξίσου σημαντική καθώς καθορίζει ποια κόμματα μπορούν να εκλέξουν βουλευτές. Είναι μια πρόβλεψη που διατηρείται από τις εκλογές του 1993, προκειμένου οι Μουσουλμάνοι της Θράκης να μην μπορούν να εκλέξουν βουλευτές, χωρίς να συνεργαστούν με κάποιο από τα πολιτικά κόμματα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι έκτοτε τα κόμματα  που δεν κατορθώνουν να ξεπεράσουν το «μαγικό» 3% διαλύονται ή παύουν να λειτουργούν αυτόνομα (ΠΟΛΑΝ, ΔΗΚΚΙ, ΛΑΟΣ, ΔΗΜΑΡ).

Ο συνδυασμός του μπόνους με το πλαφόν είναι αυτός που λειτουργεί καθοριστικά για τον πολιτικό ανταγωνισμό, ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα. Τα δύο μεγαλύτερα σε δύναμη διαγκωνίζονται για την πρώτη θέση που θα τους εξασφαλίσει τον κορμό της Κυβέρνησης. Τα αμέσως επόμενα σε εκλογική δύναμη κόμματα διεκδικούν να υπερβούν το πλαφόν του 3%, ώστε να εκπροσωπούνται στη Βουλή και κάποια εξ αυτών να αποτελέσουν κυβερνητικό εταίρο. Γι’ αυτό το ενδιαφέρον των επικεντρώνεται κυρίως σε αυτές τις δύο προβλέψεις και όχι στην τρίτη, δηλαδή την ανισοκατανομή των εδρών ανάμεσα στις περιφέρεις. Η ανισοκατανομή δεν έχει κάποια στόχευση, τουλάχιστον όχι εκπεφρασμένη. Δεν επηρεάζει τον αριθμό των βουλευτών που εκλέγουν τα κόμματα, με την εξαίρεση των 7 μονοεδρικών, καθορίζει όμως, σε ποιες περιφέρειες θα εκλέξουν  τα κόμματα τους βουλευτές τους.

Στη σημερινή Βουλή, 12 βουλευτές εκλέγονται από τις λίστες των ψηφοδελτίων Επικρατείας. Στις 4 μεγαλύτερες Περιφέρειες  της χώρας εκλέγονται 89 βουλευτές, ενώ οι  15 μεσαίες Περιφέρειες, (5-9 έδρες), μας δίνουν  102 βουλευτές. Σε αυτές τις 19 Περιφέρειες παίρνουν τα μικρά  κόμματα τη συντριπτική πλειονότητα των εδρών, που αναλογούν στο ποσοστό τους. Αντίθετα, οι  29 ολιγοεδρικές περιφέρειες (2-4 έδρες), στις οποίες εκλέγονται 90 βουλευτές και οι 7 μονοεδρικές, σχεδόν μονοπωλούνται από τα δύο μεγάλα κόμματα.

Ενώ λοιπόν τα πολιτικά κόμματα συζητούν την κατάργηση ή τον περιορισμό του bonus και σε μικρότερο βαθμό για την αλλαγή του πλαφόν, δεν τολμούν όλα αυτά τα χρόνια να πειράξουν τις εκλογικές περιφέρειες και να συζητήσουν για τον σταυρό προτίμησης.

Η ενίσχυση της συμμετοχής, της λογοδοσίας και του ρόλου του βουλευτή, η αποδυνάμωση των πελατειακών δικτύων, η ανάδειξη νέων προσώπων, ακόμη και η διαφάνεια στις προεκλογικές εκστρατείες, περνούν όμως μέσα από την αλλαγή της κατανομής των εδρών και πιθανότατα από την κατάργηση του σταυρού προτίμησης. Η αλλαγή του συστήματος απασχολεί παραδοσιακά τα πολιτικά κόμματα, που αναζητούν πως θα ωφεληθούν το καθένα από αυτά, από πιθανή αλλαγή του. Έχουμε φτάσει όμως σε ένα σημείο που τα κόμματα οφείλουν να δουν μακρύτερα από τις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.