Η καθιέρωση συστήματος διοίκησης με στόχους και μέτρησης της αποδοτικότητας στο δημόσιο τομέα δεν είναι κάτι καινούργιο στη χώρα μας. Η πρόσφατη ιστορία του ξεκινάει από το νόμο 3230/2004. Ο νόμος αυτός είναι αρκετά καλός και μάλιστα είναι πολύ σημαντικό ότι ο επόμενος Υπουργός, άλλου πολιτικού κόμματος, εξέδωσε εγκύκλιο για την εφαρμογή του. Όπως όλοι γνωρίζουμε τίποτα σημαντικό προς αυτή την κατεύθυνση δεν έγινε.

Ο δεύτερος θεσμικός σταθμός, κατά τη γνώμη μου, ήταν το 2009 με την απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών περί «καθορισμού δεικτών μέτρησης αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας». Είναι περιττό να πω ότι και αυτή η προσπάθεια πήγε άπατη.

Η σύγχρονη θεσμοθετημένη παρέμβαση πραγματοποιήθηκε με το νόμο 4369/2016. Ουσιαστικά δεν λέει τίποτα καινούργιο και κυρίως δεν υπεισέρχεται στο να διορθώσει τα λάθη που δεν επέτρεψαν τις προηγούμενες θεσμικές παρεμβάσεις να αποδώσουν τα αναμενόμενα. Η γνωστή έλλειψη θεσμικής μνήμης ή το κρατικό «χρυσόψαρο» στη γυάλα της κεντρικής γραφειοκρατίας.

Γιατί όμως, παρόλη την καλή διάθεση και την προσπάθεια, που κατέβαλαν οι υπουργοί και από τα τρία κόμματα που έχουν κυβερνήσει τη χώρα τα τελευταία 40 χρόνια, δεν μπόρεσαν να θέσουν σε εφαρμογή την πολιτική τους βούληση;

Κατά τη γνώμη μου το γεγονός αυτό οφείλεται σε τρεις βασικούς λόγους:

  1. Το γνωστό πρόβλημα που έχουν οι πολιτικοί της κεντρικής σκηνής, οι οποίοι έχουν την αίσθηση ότι αν σχεδιάσουν έναν καλό νόμο με μία καλή ερμηνευτική εγκύκλιο έχουν λύσει το πρόβλημα. Χωρίς επιχειρησιακό σχεδιασμό, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς αξιολόγηση της προηγούμενης κατάστασης, χωρίς πόρους, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τις χωρικές ιδιαιτερότητες υλοποίηση θεσμικών παρεμβάσεων «από τα πάνω», έχει πολύ λίγες πιθανότητες να πετύχει.
  2. Το κεντρικό κράτος είναι αναξιόπιστο. Όχι μόνο απέναντι στον ιδιωτικό τομέα αλλά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι μεταρρυθμίσεις που έρχονται «από πάνω» προκαλούν αντανακλαστικά ερωτηματικά. Ιδιαίτερα αυτή την εποχή χρειάζεται προσπάθεια για να πείσεις ότι οι μεταρρυθμίσεις κατευθύνονται προς τη θετική πλευρά. Την εποχή παραδείγματος χάρη, που μειώνονται δραματικά οι ΚΑΠ, είναι λογικό ο αιρετός να σκεφτεί ότι το κεντρικό κράτος ψάχνει «άλλοθι», μέσω της συγκριτικής αξιολόγησης. Όταν οι μισθοί των δημοτικών υπαλλήλων έχουν μειωθεί δραματικά και τα μαύρα σύννεφα των απολύσεων δεν έχουν διαλυθεί ακόμα, είναι λογικό το στέλεχος του δήμου να αντιμετωπίζει το θέμα με ιδιαίτερο σκεπτικισμό.
  3. Το προφανές, που είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουν οι πολιτικοί της κεντρικής Σκηνής. Η Βασιλίσσης Σοφίας δεν αντιπροσωπεύει όλη την Ελλάδα. Ο Δήμος Αθηναίων δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες και προβλήματα με το δήμο Γαύδου. Η γνώση της πραγματικότητας και των ιδιαιτεροτήτων, έτσι όπως εκφράζονται σε κάθε τόπο, είναι πολύ σημαντικό στοιχείο για την επιτυχή υλοποίηση μιας θεσμικής παρέμβασης.

Και όμως η μέτρηση της απόδοσης είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τους αιρετούς και τα διευθυντικά στελέχη των δήμων, γιατί τους παρέχει χρήσιμες πληροφορίες όσον αφορά στην αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών τους, στην αξιοποίηση του δημόσιου χρήματος, στον εντοπισμό κενών και παραλείψεων, όπως επίσης και τη δυνατότητα δημιουργίας κινήτρων επιβράβευσης και καλών πρακτικών.

Παράλληλα, η μέτρηση της απόδοσης απαντά στο βασικό αίτημα των πολιτών για καλύτερες δημοτικές υπηρεσίες. Η διαφάνεια στη διαχείριση των υπηρεσιών παρέχει τη δυνατότητα στους ενεργούς πολίτες να κατανοήσουν τα προβλήματα και με προτάσεις να συμμετάσχουν ενεργά στην επίλυση τους. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η έννοια της «τοπικής ευθύνης» και προωθούνται οι δημοκρατικές διαδικασίες.

Σήμερα που οι Ελληνικοί δήμοι δεν μετράνε την απόδοση των υπηρεσιών τους δυσκολεύονται να εντοπίσουν την επιτυχία. Τα γεγονός αυτό έχει ως επακόλουθο:

α) να μην μπορούν να ξεχωρίσουν εύκολα την επιτυχία από την αποτυχία και έτσι να υπάρχει ο κίνδυνος να ανταμείβουν τις αποτυχίες.

β) να μην μπορούν να αξιοποιήσουν τις καλές πρακτικές ή να διορθώσουν λάθη και

γ) να μην μπορούν να κερδίσουν τη δημόσια υποστήριξη, αναδεικνύοντας χειροπιαστά αποτελέσματα.

Εάν θα θέλαμε να κωδικοποιήσουμε τα θετικά από τη μέτρηση της απόδοσης των δημοτικών υπηρεσιών θα λέγαμε ότι με αυτό τον τρόπο οι δήμοι:

  • Μπορούν να γνωρίζουν πότε πραγματοποιούν πρόοδο και πότε όχι,
  • Να γνωστοποιούν στους ενεργούς πολίτες την πρόοδο,
  • Να εντοπίζουν προβλήματα σε πρώιμα στάδια,
  • Να έχουν τη δυνατότητα να επικαιροποιούν και να αναθεωρούν, μέσω της ανάδρασης, την «παραγωγική» τους διαδικασία.

Για όλους αυτούς τους λόγους έχω την αίσθηση ότι οι δήμοι αξίζει, στο μέτρο του δυνατού, να προσπαθήσουν να εφαρμόσουν ανάλογες διαδικασίες.