Κάθε οικονομική δραστηριότητα για να λειτουργήσει πρέπει να διασφαλίσει σε εύλογο χρόνο, ότι στον δυνητικό τόπο εγκατάστασης, επιτρέπεται η ανάπτυξη και λειτουργία της. Η διαδικασία αυτή, δηλαδή η αδειοδότηση για την εγκατάσταση και τη λειτουργία, παρουσιάζει πλέον σημαντικά περιθώρια περαιτέρω απλοποίησης, καθώς η εφαρμογή της συνταγματικής επιταγής για τον χωρικό σχεδιασμό, αξιολογεί και υποδεικνύει σταδιακά τις ενδεδειγμένες περιοχές για την άσκηση παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Παρά τις σημαντικές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο αδειοδότησης κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών, η χώρας μας δεν κατόρθωσε να βελτιώσει τη θέση της στους δείκτες ανταγωνιστικότητας και φιλικότητας του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Ενδεικτικά, για το 2019 το Doing Business κατατάσσει την Ελλάδα στη θέση 72 από 190 χώρες, τη δεύτερη χειρότερη επίδοση για κράτος μέλος της ΕΕ.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία που προέρχονται κυρίως από την αξιολόγηση των παρεμβάσεων που έγιναν μέχρι σήμερα, διαπιστώνεται ότι η ενυπάρχουσα υστέρηση οφείλεται σε έναν συνδυασμό αστοχιών και αναβλητικότητας στην υλοποίηση των προβλέψεων των μεταρρυθμίσεων, παράγοντες για τους οποίους απαιτείται άμεσα η ανάληψη πρωτοβουλιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι μεταποιητικές δραστηριότητες, σημαντικό μέρος των οποίων αποφασίστηκε κατά τον προηγούμενο χρόνο, να μην υπαχθεί άμεσα στο νέο απλοποιημένο καθεστώς γνωστοποίησης. Το ίδιο ισχύει και για την παρωχημένη κατάταξη σε βαθμούς όχλησης, που προτάθηκε να διατηρηθεί μέχρι το τέλος του 2020. Επιμέρους ζητήματα εντοπίζονται στην πλημμελή εφαρμογή των προβλέψεων της κείμενης νομοθεσίας, ιδίως σε σχέση με την υλοποίηση του ηλεκτρονικού συστήματος αδειοδότησης και τη δεσμευτικότητα των χρονικών προθεσμιών που τίθενται προκειμένου να προχωρούν τα επιμέρους στάδια των αδειοδοτικών διαδικασιών, εφόσον δεν προκύπτει τεκμηριωμένος λόγος για το αντίθετο.

Ένας άλλος παράγοντας αστοχίας των μεταρρυθμίσεων της προηγούμενης περιόδου, είναι ότι αυτές δεν εντάχθηκαν σε μία ολοκληρωμένη στρατηγική παρέμβαση. Η αδειοδοτική πορεία όλα τα προηγούμενα έτη προσεγγίστηκε με αποσπασματικό τρόπο, και επικεντρώθηκε στην εγκατάσταση και λειτουργία των επιχειρήσεων. Έτσι, το σκέλος που αφορά στην παροχή όλων των απαραίτητων στοιχείων για τη διερεύνηση του τόπου εγκαταστάτης, κατά το οποίο απαιτείται λεπτομερής γνώση και ακρίβεια των ειδικότερων όρων και συνθηκών ανάπτυξης της δραστηριότητας στο χώρο, δεν προχώρησε, με αποτέλεσμα επενδύσεις σε σημαντικές παραγωγικές δραστηριότητες, όπως σε βιομηχανία, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εμπορευματικές μεταφορές είτε να ματαιώνονται είτε να παρουσιάζουν καθυστερήσεις ετών.

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τους οργανωμένους υποδοχείς μεταποιητικών δραστηριοτήτων ζωνών δηλαδή, όπως ενδεικτικά τα Επιχειρηματικά Πάρκα και οι Βιομηχανικές Περιοχές, οι οποίες παρόλο που έχουν περάσει από ιδιαίτερα σύνθετες και αυστηρές διαδικασίες αδειοδότησης, εντούτοις, δεν είναι σε θέση, λόγω της απουσίας σχετικών νομοθετικών προβλέψεων, να προσφέρουν -άπαξ και αδειοδοτηθούν- ένα ευέλικτο και απλοποιημένο πλαίσιο εγκατάστασης των επιμέρους δραστηριοτήτων. Έτσι, οι οργανωμένοι υποδοχείς, παρόλο που παρέχουν την ζητούμενη ασφάλεια δικαίου προς τους επενδυτές (κυρίως λόγω των σαφώς προσδιορισμένων όρων και περιορισμών δόμησης και πλαισίου χωροθέτησης/χρήσεων γης), δεν έχουν αξιοποιηθεί ως αναπτυξιακοί πόλοι.

Τα παραπάνω στοιχεία, δείχνουν ότι απαιτούνται άμεσα συντονισμένες παρεμβάσεις που θα εξετάσουν με ολιστικό τρόπο τις επιμέρους φάσεις στην πραγματοποίηση μιας επένδυσης. Σήμερα, με την εξέλιξη του χωρικού σχεδιασμού έχουμε στη διάθεση μας τα εργαλεία όπως τα Ειδικά Χωρικά Σχέδια για να γνωρίζουμε εκ των προτέρων και με ακρίβεια τις περιοχές όπου επιτρέπεται η εγκατάσταση μιας μεταποιητικής δραστηριότητας, και συνεπώς θα πρέπει να υπάρξουν άμεσα στοχευμένες παρεμβάσεις που θα αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα από την έως τώρα ωρίμανση του χωρικού και αναπτυξιακού σχεδιασμού.