Από την εποχή του δημοψηφίσματος και έπειτα η πόλωση του ελληνικού λαού έχει φτάσει σε πρωτοφανή –τουλάχιστον για έναν άνθρωπο της ηλικίας μου – επίπεδα. Και αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στα social media, καθώς η απομακρυσμένη επικοινωνία διευκολύνει ιδιαίτερα την έκφραση οπαδικών συναισθημάτων στην οποία επιδίδονται μετά μανίας χιλιάδες χρήστες είτε του «πολιτικού» twitter είτε του πιο «χαλαρού» Facebook.

Από τον «σταλινιστή» υποστηρικτή του ΣΥΡΙΖΑ και τον «ψεκασμένο» των ΑΝΕΛ στους «γερμανοτσολιάδες» του Μένουμε Ευρώπη και του «Ναι» στο δημοψήφισμα, ένα unfollow (block, delete) διαφορά. Και η οπαδική συμπεριφορά συνεχίζεται από τότε με τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αντιδράσεις από την πρόσφατη διαρροή των συνομιλιών του επικεφαλής του ΔΝΤ στην Ευρώπη Poul Thomsen και της εκπροσώπου του Ταμείου στο κουαρτέτο Delia Velculescu.

Από τη μια αυτοί που πανηγύριζαν για την αποκάλυψη των «σκοτεινών» εκπροσώπων του ΔΝΤ που θέλουν να ελέγξουν/καταστρέψουν/κυριαρχήσουν τη χώρα μας. Από την άλλη, οι αυτόκλητοι υπερασπιστές του ΔΝΤ και των δανειστών που αγνόησαν την αποκάλυψη και επικεντρώθηκαν στο πως έγινε η διαρροή και αν προερχόταν από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες και μετά από εντολή Τσίπρα.

Και εντάξει η κατάσταση δεν υποδεικνύει σε καμία περίπτωση «εμφυλιο-πολεμικό κλίμα», αλλά αποτελεί ένα ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει. Γιατί σε αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχουν απλά «καλοί» και «κακοί». Δεν θα πρέπει να υπάρχουν δύο πλευρές που θα πρέπει να διαλέξουμε.

Η κυβέρνηση, στην καλύτερη περίπτωση, εμφανίζεται τις περισσότερες φορές άπειρη, ενώ πολλοί υπουργοί της φαίνεται ότι παραμένουν αγκυλωμένοι σε ιδεολογίες που από τις τελευταίες εκλογές και έπειτα θα έπρεπε να έχουν αφήσει οριστικά πίσω τους, εφόσον δέχθηκαν μνημόνιο αλλά και να αναλάβουν την υλοποίηση όσων αυτό προβλέπει. Γιατί το «υπογράφουμε με βαριά καρδιά» επειδή «είμαστε αριστεροί» είναι θεμιτό. Το υπογράφουμε αλλά βάζουμε τρικλοποδιές στην υλοποίηση, από την άλλη δεν είναι.

Οι δανειστές παραμένουν επικεντρωμένοι με φανατική προσήλωση στη «δημοσιονομική προσαρμογή», στην πολιτική της λιτότητας και τη συμφωνία. Όσο όμως τους ενδιαφέρουν τα –αναμφίβολα- πολύ σημαντικά θέματα του πρωτογενές πλεονάσματος και του χρέους, άλλη τόση αδιαφορία δείχνουν για την ανεργία, τις λίστες αναμονής για χημιοθεραπείες, τους Έλληνες που ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας, τα φαινόμενα μετανάστευσης τόσο της αφρόκρεμας του εργατικού και επιστημονικού προσωπικού της χώρας αλλά και των επιχειρήσεων και το πρόβλημα που προκαλούν οι μεγάλες ροές προσφύγων και μεταναστών στη χώρα.

Το θέμα δεν είναι η τήρηση ίσων αποστάσεων. Το ζήτημα είναι ότι η κρίση που μαστίζει την Ελλάδα είναι πρώτα κοινωνική-πολιτική και μετέπειτα οικονομική και ίσως, αν ο οπαδός του «ΟΧΙ» αποδεχτεί ότι οι συντάξεις με 15 χρόνια δουλειάς διαλύουν το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και ο «φιλελεύθερος» αποδεχτεί ότι η πλειοψηφία δεν είναι αυτοί αλλά άνθρωποι που έχουν δουλέψει 35 και 40 χρόνια και τώρα παίρνουν σύνταξη πείνας, να υπάρχει μια ελπίδα.

Γιατί το «παραμύθι» μας δεν έχει μόνο ένα δράκο. Έχει πολλούς, μπορεί να είναι διαφόρων σχημάτων και μορφών, αλλά είναι πολλοί.