Ο Αβραάμ Λίνκολν είχε πει: «Η ψήφος είναι πιο δυνατή από τη σφαίρα. Με τη σφαίρα μπορεί να σκοτώσεις τον εχθρό σου. Με την ψήφο μπορεί να σκοτώσεις το μέλλον των παιδιών σου.».

Σε ιστορικές ψηφοφορίες όπως ο Προϋπολογισμός, η ψήφος παροχής εμπιστοσύνης σε μια Κυβέρνηση, η ψήφος δυσπιστίας, σημαντικά νομοσχέδια οικονομικής φύσεως (δανειακές συμβάσεις) αλλά και σπουδαίων εθνικών θεμάτων, όπως αυτό για το ζήτημα των Σκοπίων, η κοινοβουλευτική γενναιότητα ενός πολιτικού προσώπου απαιτεί μόνο «ΝΑΙ» και «ΟΧΙ» στην τελική του ψήφο. Το «Παρών» και το ενσυνειδήτως «Απών» από την ψηφοφορία είναι κάτι άλλο, που προσάπτει μόνο αιδώ στον θεσμό του Βουλευτού.

Γιατί τι πληρώνουμε σήμερα ως χώρα και κατ’ επέκταση ως κοινωνία πολιτών; Τις διαχρονικά «γιαλαντζί» επιλογές μετρίων πολιτικών προσώπων, που πρόσκαιρα θεώρησαν τους εαυτούς τους ικανούς να καθορίσουν τις τύχες των επόμενων γενναίων με την ψήφο τους. Σε κάτι τέτοιο βέβαια η ευθύνη βαραίνει τόσο το εκλογικό σώμα, που σε μεγάλο ποσοστό ψηφίζει αλλοπρόσαλλα ειδικά τα χρόνια της κρίσης, όσο και τα ίδια τα κόμματα, τα οποία επιλέγουν κατά κύριο λόγο μακριά από διαδικασίες πλήρους αξιοκρατίας και αξιοσύνης ανθρώπους, που στελεχώνουν τα ψηφοδέλτιά τους.

Επομένως οι πολίτες επιβάλλεται να φέρουν το πολιτειακό θάρρος της ψήφου μέσω των επιλογών τους ενώ οι Βουλευτές το πολιτικό εντός του Κοινοβουλίου. Το άρθρο 60 του Συντάγματος αναφέρει στην πρώτη παράγραφο: «Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση». Σπουδαία συνταγματική πρόβλεψη αλλά πόσοι αλήθεια πιστεύουν ότι υφίσταται σε μια νέα μορφή Κοινοβουλευτισμού, όπου η κομματική πειθαρχία και οι κάθε είδους συναλλαγές ήρθαν για να μείνουν.

Η δεύτερη παράγραφος αναφέρει: «H παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του βουλευτή, συντελείται μόλις ο βουλευτής υποβάλει γραπτή δήλωση στον Πρόεδρο της Βουλής και δεν ανακαλείται». Εδώ θα πρότεινα αντί της λέξεως “Δικαίωμα” να εισαχθεί η λέξη “Υποχρέωση”, καθώς ο Βουλευτής δίνει λόγο μόνο στους ψηφοφόρους του για τις πράξεις του και σε κανέναν άλλο. Συνεπώς αν παρεκκλίνει των απόψεων για τις οποίες εξελέγη, φαινόμενο σύνηθες στις μέρες μας, τότε πρέπει να συνιστά υποχρέωση η παραίτησή του έναντι όλων εκείνων που τον τίμησαν με την ψήφο τους και όχι απλά δικαίωμα έναντι του κόμματος.

Το τελευταίο διάστημα δυστυχώς ο Βουλευτής έχει καταντήσει ως ένας αριθμός παρά μια Κοινοβουλευτική οντότητα υψίστης σημασίας. Οι πρόθυμοι βουλευτές, που θα ψηφίσουν κάποιο σημαντικό νομοσχέδιο, αποκαλούνται πλέον στα μέσα αλλά και στα πηγαδάκια της Βουλής όχι με τα ονόματά τους, αλλά με αριθμούς. Ο τάδε Βουλευτής λέει είναι ο κύριος 151. Η τάδε Βουλευτής είναι η κυρία 146. Νομίζω ότι πιο χαμηλά δεν έχει για τα επίπεδα του Κοινοβουλευτισμού.

Για την απαξίωση της πολιτικής από την κοινωνία έχει «χυθεί» πράγματι τα τελευταία χρόνια άπειρο μελάνι. Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει ή να αποδείξει πως η απόσταση μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας μειώθηκε. Οι πρώτοι που οφείλουν να προστατεύουν τον θεσμό του Κοινοβουλίου είναι τα ίδια τα μέλη του, δηλαδή οι βουλευτές. Το ίδιο και κατ’ αναλογία πρέπει να ισχύει για όλους τους κοινωνικούς θεσμούς. Μην ξεχνούμε άλλωστε ότι οι Βουλευτές προέρχονται μέσα από την κοινωνία και μετά τη λήξη της θητείας τους επιστρέφουν σε αυτή.

Όσο λοιπόν οι ίδιοι οι βουλευτές βγαίνουν δημοσίως και αντιδικούν λέγοντας χωρίς ίχνος ντροπής, ότι δεν ήξεραν τι ψήφιζαν ή ότι για ένα νομοσχέδιο δεν ήταν ενήμεροι σωστά και διαβασμένοι ή ότι κάποτε πίστευαν αυτά και πλέον πιστεύουν άλλα, πληγώνουν ανεπανόρθωτα οι ίδιοι το κύρος του θεσμού που υπηρετούν. Και δυστυχώς τα παραδείγματα είναι συσσωρευτικά τις τελευταίες ημέρες, αφού υπήρξαν συμπεριφορές οι οποίες πλήγωσαν και δεν τίμησαν το βουλευτικό αξίωμα.

Τόσο η άποψη και η αισθητική μου περί πολιτικής, όσο και οι παραστάσεις, που είχα επί σειρά ετών μέσα σε μια παλιά πολιτική οικογένεια της Λάρισας, με πρότυπο πολιτικούς άνδρες, που εξέφραζαν πολιτική μέσα από γενναίες πράξεις και όχι δικαιολογίες, συνομολογούν στις ανωτέρω απόψεις, που είμαι σίγουρος ότι εκφράζουν την πλειοψηφία των αναγνωστών.

Επιβάλλεται συνεπώς η αποκατάσταση του ρόλου του Βουλευτού από τους ίδιους αλλά και η αναγνώριση από τους πολίτες, ότι οι Βουλευτές ψηφίζονται και εκλέγονται για να νομοθετούν, για να ασκούν Κοινοβουλευτικό Έλεγχο και ασφαλώς για να τους εκπροσωπούν επάξια. Οι Βουλευτές δεν ψηφίζονται και κατ’ επέκταση δεν εκλέγονται προκειμένου κάποιοι να μπορούν να ζητούν ρουσφέτια και να εκτονώνονται με αυτόν τον τρόπο έναντι του πολιτικού προσώπου.

Μόνο όταν αλλάξει η νοοτροπία πολιτών αλλά και πολιτικού προσωπικού, η ψήφος και του πολίτη πάνω από την κάλπη αλλά και του Βουλευτή στο Κοινοβούλιο θα λάβει τη σπουδαιότητα που της αρμόζει, αποκαθιστώντας κορυφαίους πολιτειακούς θεσμούς.