Το 2018 απέρχεται και ανταλλάσσουμε ευχές για ειρηνικό 2019. Προφανώς, δεν είναι στο χέρι μας να γίνει πράξη η ευχή αυτή, αλλά η σημερινή Ελλάδα, στο πλαίσιο του δυνατού, διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο υπέρ της ειρήνης και πολύμορφων διεθνών συνεργασιών, εντός και πέραν της ΕΕ. Το βέβαιο είναι ότι η θέση της χώρας μας έχει αναβαθμιστεί θεαματικά σε σύγκριση με την περίοδο 2010-2015 και η καλύτερη ασπίδα για την ασφάλειά της είναι η πολυδιάστατη ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική που ακολουθεί.

Εδώ και χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προτείνει ένα σχέδιο Βαλκανικής Συνανάπτυξης και κοινής ασφάλειας, στο πλαίσιο και της ευρωπαϊκής προοπτικής όλων των χωρών της περιοχής, της Τουρκίας μη εξαιρουμένης. Στη βάση αυτή αναπτύσσεται και η τετραμερής σε επίπεδο κορυφής της Ελλάδας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Σερβίας.

Τριμερείς συνεργασίες οικοδομεί η σημερινή κυβέρνηση και στο κρίσιμο σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται για τις συνεργασίες Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου και προσεχώς Ελλάδας-Ιορδανίας-Κύπρου, καθώς και Ελλάδας-Κύπρου-Παλαιστίνης. Μέσω των συνεργασιών αυτών αναβαθμίζεται και η de facto διχοτομημένη Κυπριακή Δημοκρατία, πέραν του ότι υπηρετούνται τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας.

Μεγάλης σημασίας είναι η συνεργασία των Μεσογειακών χωρών-μελών της ΕΕ, δηλαδή, η επταμερής Γαλλίας, Ισπανίας, Ιταλίας, Ελλάδας, Πορτογαλίας, Μάλτας και Κύπρου, που ξεκίνησε το 2016, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Δικαιώνεται η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, που είχαμε προβάλει από την αρχή της κρίσης για την συνεργασία του Ευρωπαϊκού Νότου, ως αντίβαρο στην κυριαρχία του Βορρά.

Πέραν της συνεργασίας των χωρών του Νότου της ΕΕ, η σημερινή κυβέρνηση έχει να επιδείξει και άλλα επιτεύγματα στην εξωτερική πολιτική, όπως τα πολλαπλώς επωφελή ανοίγματα προς την Ρωσία.

Στο Κυπριακό, η κυβέρνηση της Ελλάδας πρώτη φορά έθεσε θέμα κατάργησης των αναχρονιστικών διεθνών εγγυήσεων με δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης, που αξιοποίησε η Τουρκία για να δικαιολογήσει την εισβολή του 1974. Στο ζήτημα αυτό έχουμε λόγο, αφού η Ελλάδα είναι η μία εκ των τριών εγγυητριών δυνάμεων, ενώ για την επίλυση της εσωτερικής πτυχής του Κυπριακού, τον αποφασιστικό λόγο έχει ο κυπριακός λαός, μέσω του διακοινοτικού διαλόγου που επαναρχίζει στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στην βάση του διεθνούς δικαίου, μακριά από γκρίζες ζώνες και casus belli αποτελεί πρώτη προτεραιότητα για την σημερινή κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ. Στο πλαίσιο αυτό, προωθούμε συνεργασίες σε θέματα της λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής», στην βάση του αμοιβαίου οφέλους, ενώ στο μέγα ζήτημα του προσφυγικού-μεταναστευτικού, αρνηθήκαμε ακραίες αντιτουρκικές απόψεις, που δεν ήθελαν καμιά οικονομική βοήθεια της ΕΕ προς την Τουρκία.

Η Συμφωνία των Πρεσπών, όταν κυρωθεί και εφαρμοστεί, θα τερματίσει μια εκκρεμότητα είκοσι έξι ετών, που επέτρεψε σε πάνω από 140 χώρες του κόσμου να αναγνωρίσουν την γειτονική χώρα με το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας. Εκκρεμότητα, που επίσης συνετέλεσε, με ευθύνη κυρίως του Α. Σαμαρά, στην λεγόμενη «σκοπιανοποίηση» της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, ακυρώσαμε την δυνατότητα της Ελλάδας να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο υπέρ της ειρήνης και συνεργασίας στα Βαλκάνια, αναβιώνοντας το ψυχροπολεμικό δόγμα του «από Bορράν κινδύνου», ενώ η προσοχή μας έπρεπε να είναι στραμμένη προς Ανατολάς, στην Τουρκία και την Κύπρο.

Εύχομαι ειρηνικό 2019 και ελπίζω βάσιμα στην εκλογική επιβράβευση των προαναφερθέντων.