Οι ευρωεκλογές του Μαΐου αποτελούν για την Ευρώπη μια εξαιρετικά κρίσιμη συνθήκη αναβάθμισης του χαρακτήρα και του πνεύματος του ενωσιακού εγχειρήματος. Από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνέχεια την κοινή νομισματική συμπόρευση, το ενωσιακό εγχείρημα πέτυχε πολλά και σημαντικά. Η μη σύγκρουση στον ευρωπαϊκό χώρο για τόσες πολλές δεκαετίες αποτελεί την πλέον σημαντική ανάδειξη ενός βασικού συμπεράσματος της θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων (π.χ. G.J. Ikenberry) ότι ο εθνικισμός μπορεί να ελεγχθεί ικανοποιητικά στο εσωτερικό πολυεθνικών οργανισμών μέσω της αύξησης της οικονομικής αλληλεξάρτησης και των αμυντικών, εμπορικών και πολιτιστικών συνεργατικών μοντέλων. Η αποτελεσματική διαχείριση σημαντικών κρίσεων που στο παρελθόν θα οδηγούσαν σε ισχυρές σεισμικές δονήσεις αποτελεί σίγουρα άλλη μια επιτυχία της ενωσιακής υψηλής στρατηγικής. Η διαχείριση της ελληνικής, πορτογαλικής, κυπριακής και ιρλανδικής κρίσης, η διαχείριση του Βασκικού και του Καταλανικού αποσχιστικού κινήματος, αλλά και το κομβικό ζήτημα του BREXIT αναδεικνύουν τη σημαντική συμβολή των Βρυξελλών στο επίπεδο στρατηγικής και πολιτικής σταθερότητας που απολαμβάνουμε σήμερα στην Ευρώπη σε σύγκριση με αυτή που απολάμβαναν οι προηγούμενες γενιές. 

Έχουμε όμως φτάσει στο σημείο του δαντικού διλήμματος πλέον. Το ενωσιακό εγχείρημα έχει φτάσει στο «μεσοστράτι της ζωής του» και καλείται να λάβει αποφάσεις κομβικές για το μέλλον της Ευρώπης και των Ευρωπαίων πολιτών. 

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η επόμενη ευρωβουλή οφείλει να διαδραματίσει ρόλο θεσμικού επιταχυντή των προσπαθειών της Επιτροπής αλλά και της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας για την απαραίτητα μετάβαση από τη νομισματική ένωση στο επίπεδο της πολιτικής και οικονομικής ουσιαστικής εμβάθυνσης.

Ασφαλώς και μια τέτοια προσπάθεια δεν είναι κανονιστικού τύπου, αλλά ούτε και εύκολη αφού απαιτούνται γενναίες αποφάσεις οικοδόμησης μιας Μεταβεστφαλιανού τύπου ένωσης, καθώς και τη δέσμευση σημαντικών πόρων για την ολοκλήρωση ενός τέτοιου στόχου. Παράλληλα, απαιτούνται πολυεπίπεδες ενέργειες εσωτερικής νομιμοποίησης, κυρίως σε επίπεδο ήπιας ισχύος, που θα είναι σε θέση να πείσουν τους Ευρωπαίους για τα θετικά αυτής της νέας πορείας, περιορίζοντας την επιρροή των ακροδεξιών και ριζοσπαστών αριστερών και της κοινής ευρωφοβικής λαϊκίστικης ρητορείας τους.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η επόμενη ευρωβουλή αλλά και η νέα σύνθεση της Επιτροπής θα πρέπει από κοινού να ανακαλύψουν ένα νέο επίπεδο πολιτικών συνθέσεων που θα αντιμετωπίζουν προκλήσεις όπως η διάχυση της ισλαμιστικής τρομοκρατίας στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών δίχως να υποβαθμίζεται η λειτουργία της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, ή οι συνταγματικές κατακτήσεις του δυτικού τρόπου ζωής πάνω στα ατομικά δικαιώματα. Επιπρόσθετα, θα πρέπει η επόμενη ευρωβουλή να δει με ορθολογισμό και επίγνωση των δεδομένων της διεθνοπολιτικής εξέλιξης το ζήτημα των προσφυγικών αλλά και μεταναστευτικών ροών. Η προοπτική μιας Ένωσης- Φρούριο όχι μόνο δεν μπορεί να λειτουργήσει εκ των πραγμάτων αλλά και απαιτεί την εξεύρεση κρατών μελών που θα αποδεχθούν ή θα ενδυθούν δίχως να κατανοούν το τι ακριβώς πράττουν το μανδύα της Ιφιγένειας. Η Ελλάδα για παράδειγμα αντιμετωπίζει αυτού του είδους της απειλής σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Τρίτον, η Ένωση οφείλει να οικοδομήσει του θεσμικούς, πολιτικούς αλλά και κοινωνικούς πυλώνες που θα της επιτρέψουν να συμμετέχει, ή ακόμη και να ξεκινήσει αυτή το διάλογο αναθέρμανσης του Διατλαντικού οράματος. Όσο κι αν υπό τις υφιστάμενες πολιτικές συνθήκες ο Διατλαντισμός ηχεί ως μια στόχευση που στερείται πραγματισμού, εν τούτοις αποτελεί τη μοναδική προοπτική ενίσχυσης του δυτικού κόσμο στο σύνολο του. Ως εκ τούτου, η στόχευση είναι ρεαλιστική αλλά και αναγκαία για τις μελλοντικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η ελεύθερη οικονομία και η αστική φιλελεύθερη δημοκρατία.

Πολλοί εντός της Ένωσης είναι αυτοί που οραματίζονται ή κηρύττουν έναν διακριτό ρόλο για την Ευρώπη στη διεθνή σκηνή, π.χ. ο Ευρωστρατός εκτός πλαισίου Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Αστοχούν στο ότι οι δομές της Ένωσης χρειάζονται επειγόντως εμβάθυνση για να αντέξουν μια τέτοια διαδικασία, αλλά και στο ότι οι προκλήσεις είναι πλέον τέτοιες, ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, που η σύνθεση των δυτικών φορτίων ισχύος αντί του εγκλωβισμού σε σχήματα ατελέσφορα ενός ευρωπαϊκού νέο-ναρκισσισμού μπορεί να μας οδηγήσει στην επόμενη ημέρα με μεγαλύτερη σταθερότητα και καλύτερες προοπτικές.