Την άποψη πως ο νόμος Κατρούγκαλου δημιουργεί «αντικίνητρα για παραγωγή και δημιουργία» εκφράζει στη συνέντευξή του στο Insider.gr ο αναπληρωτής Τομεάρχης Εργασίας, υπεύθυνος για θέματα κοινωνικής ασφάλισης, της ΝΔ και βουλευτής Χίου Νότης Μηταράκης. Εμφανίζεται δε απαισιόδοξος για την ικανότητα της κυβέρνησης να αποκρούσει το αίτημα για κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις, ενώ  τονίζει πως «κανένας σημερινός εργαζόμενος δεν ελπίζει πως θα πάρει αξιοπρεπή σύνταξη», με αποτέλεσμα να τίθενται υπό αίρεση και οι σημερινές συντάξεις, λόγω μικρών ταμειακών ροών. Τέλος, σημειώνει πως «η αναπροσαρμογή των εισφορών πρέπει να εξεταστεί, ωστόσο μέσα στα ρεαλιστικά πλαίσια του υφιστάμενου δημοσιονομικού χώρου». 

Κ. Μηταράκη, βρισκόμαστε φαινομενικά σε ένα τέλμα ως προς τη διαπραγμάτευση και η κυβέρνηση έχει μπροστά της δύσκολες αποφάσεις. Εκτιμάτε πως εν τέλει θα επιλεγεί ένας επώδυνος συμβιβασμός ή μπορεί πραγματικά να «παίξει» και το σενάριο των εκλογών;

Η κυβέρνηση αυτή, δεν οδηγεί τις εξελίξεις, αντίθετα, οδηγείται από αυτές. Και αυτό συμβαίνει εδώ και πολύ καιρό, μη μπορώντας να αντιληφτεί τα διεθνή δεδομένα. Βρίσκεται αντιμέτωπη και με τεχνικές αλλά και με ιδεολογικές δυσκολίες για να κλείσει τη 2η αξιολόγηση. Βρίσκεται κυρίως αντιμέτωπη με το κόστος των παλινδρομιών της. Όπως επίσης θα δυσκολευτεί να περάσει τα όποια μέτρα από τη Βουλή, αν πιστέψουμε βέβαια τις μέχρι σήμερα δηλώσεις των στελεχών της. Η οποιαδήποτε απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ θα ληφθεί τελικά όχι με γνώμονα το καλό της χώρας, αλλά την προσπάθεια για παραμονή της στην εξουσία ή τη συγκράτηση της εκλογικής της δύναμης. Ωστόσο σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να γίνει αποδεκτό η χώρα να σέρνεται, και να ξαναζήσουμε μέρες του 2015. 

Σε μια εποχή αβεβαιότητας για την οικονομία, η ΝΔ επιμένει να ζητά εκλογές. Τι εκτιμάτε πως μπορεί να αλλάξει στο πακέτο των μέτρων που μπορεί να κληθεί να περάσει μια κυβέρνηση ΝΔ, εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κλείσει την αξιολόγηση;

Καταρχήν αυτό που θα αλλάξει αμέσως μετά τις εκλογές είναι ότι θα υπάρξει μια κυβέρνηση που πραγματικά πιστεύει στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων και έχει συγκεκριμένες προτάσεις. Η πραγματική διαπραγμάτευση γίνεται από αυτούς που έχουν σχέδιο και που μπορούν να το υποστηρίξουν. Η σημερινή κυβέρνηση δε διαθέτει ούτε σχέδιο, ούτε ικανότητες. Για να καλύψει αυτό το κενό, αναλώνεται σε ένα διαρκές παιχνίδι ευθυνών, όπου όλοι φταίνε εκτός από τους ίδιους, αλλά και διαρκείς προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, όπως η αναφορά στην αντιπολίτευση ως «πρόθυμους». 

Έρχομαι σε ένα ζήτημα που μπορεί να προκύψει ως προαπαιτούμενο για μετά το 2019. Φοβάστε πως η προσωπική διαφορά για τους συνταξιούχους μπορεί να μπει στην προκρούστειο κλίνη ή είναι σε θέση η κυβέρνηση να αποκρούσει ένα τέτοιο αίτημα;

Δυστυχώς η συζήτηση για την «προσωπική διαφορά» είναι ήδη εδώ και μάλιστα με αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης. Η λογική του νόμου Κατρούγκαλου ήταν να προετοιμάσει μειώσεις συντάξεων, χωρίς να τις χρεωθεί πολιτικά άμεσα. Ήδη τώρα συζητείται ανοιχτά ότι οι συντάξεις μαζί με το αφορολόγητο θα περιληφθούν στον «κόφτη». Και αυτό σημαίνει μειώσεις στις κύριες συντάξεις μεσοσταθμικά κατά 20-25% περίπου, όπως δείχνουν τα πρώτα στοιχεία. Αυτό η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να το αποκρούσει, όσο δεν μπορεί να αρθρώσει ολοκληρωμένο σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας.

Η ΝΔ έχει διακηρύξει πως θα προχωρήσει σε μείωση φόρων, όταν και εφόσον αναλάβει τη διακυβέρνηση. Τι μέλλει γενέσθαι όμως με τις εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών; Πώς μπορείτε να αλλάξετε τη λογική του νέου νόμου, με βάση την οποία οι εισφορές είναι αναλογικές του εισοδήματος και λογίζονται ως έξτρα φορολόγηση;

Με τον 4387/2016 «έσπασε» τελείως ο δεσμός μεταξύ εισφορών και παροχών. Κανένας σημερινός εργαζόμενος δεν ελπίζει στο ότι θα πάρει αξιοπρεπή σύνταξη – και αυτό φυσικά θέτει σε κίνδυνο και τις υπάρχουσες συντάξεις λόγω περιορισμένων ταμειακών ροών. Χρειάζεται να αναζητήσουμε τρόπους για να αυξήσουμε την ανταποδοτικότητα των εισφορών (κάτι που βάσει της νομολογίας είναι εντός των ορίων της συνταγματικής επιταγής), αλλά και να επαναφέρουμε την ασφαλιστική επιβάρυνση σε λογικά πλαίσια. Δεν είναι δυνατό για παράδειγμα ένας ελεύθερος επαγγελματίας να πληρώνει έως και 35% του εισοδήματός του για εισφορές (και να μην ξεχνάμε βέβαια και τους μισθωτούς, για τους οποίους η επιβάρυνση είναι μεν κυρίως στον εργοδότη, αλλά αυτή είναι ανασταλτικός παράγοντας για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας).

Ως προς τις συντάξεις, διαφαίνεται πως το βαρέλι των μειώσεων δεν έχει πάτο. Εσείς συμφωνείτε με την εκτίμηση του ΔΝΤ πως πρέπει να υπάρξει ονομαστική μείωση της δαπάνης ή έχετε άλλα μέσα εξορθολογισμού των συνταξιοδοτικών δαπανών;

Η εξίσωση του ασφαλιστικού δεν είναι εύκολη. Ξεκινάμε από την παραδοχή ότι πρέπει το σύστημα να επιτυγχάνει αφενός την προστασία των ασφαλισμένων μετά το πέρας του εργασιακού τους βίου, αλλά ταυτόχρονα να μην εξουθενώνει τους σημερινούς εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις. Οι εισφορές σήμερα είναι αντικίνητρο για την ανάπτυξη και την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Επίσης πρέπει να δούμε πιο ψύχραιμα το πραγματικό έλλειμμα του ασφαλιστικού. Για παράδειγμα τα ποσά που καταβάλει το Δημόσιο ως εργοδότης για την κάλυψη των εισφορών των Δημοσίων Υπαλλήλων θα πρέπει να εξετάζεται διαφορετικά από την επιχορήγηση των ασφαλιστικών φορέων για κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Όπως και η πληρωμή των συντάξεων των Δημοσίων Υπαλλήλων.

Γίνεται η παραδοχή πως, προκειμένου το σύστημα να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο, χρειάζεται νέες εισφορές. Για να το πούμε απλά: χρειάζονται απλά νέες επενδύσεις, ώστε να εισρεύσουν φρέσκοι πόροι ή πρέπει να υπάρξει και μια αναπροσαρμογή του πλαισίου των εισφορών, ώστε και σημερινοί εργαζόμενοι να μπορούν να ανταποκριθούν;

Δυστυχώς ο νόμος Κατρούγκαλου είναι εξοντωτικός, όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά κυρίως σε συλλογικό. Όπως ανέφερα, δημιουργεί αντικίνητρα για παραγωγή και δημιουργία, ενώ αντίθετα ωθεί επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα σε «ασφαλιστική» μετανάστευση. Με λίγα λόγια, δεν θα έρθουν επενδύσεις με τις εισφορές σε αυτό το ύψος, αντίθετα θα έχουμε εκροές και τελικά το σύστημα θα αντιμετωπίσει νέα ταμειακά προβλήματα. Η αναπροσαρμογή των εισφορών πρέπει να εξεταστεί, ωστόσο μέσα στα ρεαλιστικά πλαίσια του υφιστάμενου δημοσιονομικού χώρου.