Η έκδοση πενταετούς ομολόγου είναι ένα θετικό βήμα, ωστόσο, η δυναμική επιστροφή στις αγορές με τους σημερινούς όρους κινδυνεύει να αυξήσει το μέσο κόστος χρηματοδότησης του ελληνικού Δημοσίου, προειδοποιεί  ο κ. Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής του Ομίλου Πειραιώς.

Σε συνέντευξή του στο insider.gr, ο κ. Λεκκός εξηγεί ότι «εάν αρχίσουμε να υποκαθιστούμε τα δάνεια του EFSF και του ESM -που έχουν προνομιακό επιτόκιο 1%- με δανεισμό από τις αγορές στο 3,6%, θα πρέπει να δούμε πώς αυτό θα επηρεάσει τη μακροχρόνια δυναμική του ελληνικού χρέους». Προτείνει δε να επιτραπεί στις τράπεζες να αυξήσουν το ποσοστό επένδυσής τους σε κρατικά ομόλογα, καθώς έτσι «θα δούμε σταθερότητα στις αποδόσεις και καλύτερες αποδόσεις».

Όσον αφορά στην αύξηση του κατώτατου μισθού, αντιλαμβάνεται ότι είναι αναγκαία μια αύξηση, μετά τη βίαια διόρθρωση την περίοδο της κρίσης, αλλά διερωτάται κατά πόσο «έγινε κάποια σοβαρή συζήτηση που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το 11% είναι μια αύξηση την οποία μπορεί να τη διαχειριστεί η ελληνική οικονομία».

Αναφορικά με την ανάπτυξη, και πώς μπορεί αυτή να επιταχυνθεί, ο κ. Λεκκός εκτιμά ότι είναι αναγκαίο η κυβέρνηση να επαναδιαπραγματευθεί τη χρήση των πρωτογενών πλεονασμάτων, ώστε τουλάχιστον 3 δισ. ευρώ να διοχετεύονται ετησίως σε δημόσιες επενδύσεις. «Μόνο οι επενδύσεις σε έργα υποδομών είναι αυτές που μπορούν να αλλάξουν το προφίλ της ελληνικής οικονομίας», υπογραμμίζει και προειδοποιεί ότι «οποιαδήποτε συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέους δεν πρέπει να την αφήσουμε για το 2032».

Για τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια, τέλος, και τη δυστοκία που παρατηρείται στην αναδιάρθρωσή τους, ο κ. Λεκκός εκτιμά ότι «το 2019 θα δούμε πολύ μεγάλες κινήσεις στον τομέα αυτόν», ενώ για την επόμενη αναβάθμιση της οικονομίας δηλώνει ότι «αυτή θα έπρεπε ήδη να έχει γίνει».

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Έχουμε ήδη κλείσει σχεδόν έξι μήνες εκτός μνημονίων και θα ήθελα να μου πείτε εάν, κατά τη γνώμη σας, η μεταμνημονιακή πορεία της οικονομίας είναι η αναμενόμενη ή -ακόμη περισσότερο- η ευκταία.

Η κατάσταση εξελίσσεται έτσι ακριβώς όπως την περιμέναμε, ωστόσο, είναι μακριά από αυτό που θα λέγαμε «ιδιαίτερα ικανοποιητική». Δεδομένου ότι η ελληνική κρίση ήταν τόσο βαθιά και τόσο παρατεταμένη, έχουν συγκεντρωθεί μια σειρά από αρνητικά συσσωρευμένα αποθέματα: υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ύψος ανεργίας, καθώς και ένα πολύ μεγάλο ύψος ιδιωτικού και δημόσιου χρέους.

Το υψηλό ιδιωτικό χρέος, σε συνάρτηση με την υψηλή ανεργία και την ανάγκη για πρωτογενή πλεονάσματα πιστεύω ότι πιέζουν την ελληνική οικονομία και έχουν καταλήξει να κινούμαστε σε μια τάση ανάπτυξης 2%, αντί για 3,5-4%, η οποία δεν είναι μεν διατηρήσιμη για μεγάλο αριθμό ετών αλλά μια περίοδο πενταετίας θα μπορούσε να λύσει έναν μεγάλο αριθμό προβλημάτων. Η πρόβλεψή μας για το 2018 είναι στο 2% και για το 2019 στο 2,2%, συνεπώς δεν βλέπουμε δυνάμεις που θα μας επιτρέψουν να κινηθούμε σε μια διαφορετική τάση. 

Πώς μπορεί να ανεβάσει ταχύτητα η οικονομία;

Πιστεύω ότι μία λύση θα ήταν να αλλάξει η χρήση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Ας δεχθούμε την επιταγή των ξένων, ότι η Ελλάδα πρέπει να παράγει 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα –της τάξης των 7 δισ. ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με όσα έχουν συμφωνηθεί, μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε αποκλειστικά για την αποπληρωμή του χρέους. Μια διαφορετική χρήση θα ήταν τα 3 δισ. ευρώ από αυτά, για παράδειγμα, να χρησιμοποιηθεί για να τονώσει το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Αν μπορούσαμε να αυξήσουμε το ΠΔΕ κατά 1,5%, πιστεύω ότι αυτό θα μπορούσε να τονώσει βραχυπρόθεσμα την ανάπτυξη, αφού τα προηγούμενα χρόνια θυσιάστηκε στο βωμό των δημοσιονομικών στόχων.

Αυτό, κατά την άποψή μου, είναι πολύ αρνητικό –ιδιαίτερα αν σκεφτούμε το μεγάλο κενό επενδύσεων που συζητούμε όλοι. Πολλοί, ιδίως οι Θεσμοί, πιστεύουν ότι το κλείσιμο του επενδυτικού κενού μπορεί να έρθει από τον ιδιωτικό τομέα –εγώ θεωρώ ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο να συμβεί, σε πρώτη φάση. Οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα είναι ύστερος οικονομικός δείκτης, αφού πρώτα οι επιχειρηματίες βεβαιώνονται ότι έχει επέλθει η ανάπτυξη, ότι υπάρχει σοβαρή ζήτηση για τα προϊόντα τους, και στη συνέχεια προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις. Οι επενδύσεις που πρέπει να έρθουν πρώτα είναι αυτές του δημόσιου τομέα, αφού μπορούν να συμπαρασύρουν τις ιδιωτικές επενδύσεις. 

Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις. Πιστεύετε ότι το εν λόγω μέτρο υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας;

Όταν ο κατώτατος μισθός έχει περικοπεί σημαντικά και έχει μείνει παγωμένος για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, συζητήσεις περί βελτίωσης των αποδοχών αυτών των ανθρώπων –ιδιαίτερα σε μία προεκλογική περίοδο- είναι και θεμιτή και την κατανοητή. Ωστόσο, πώς καταλήξαμε στο 11%; Έγινε κάποια σοβαρή συζήτηση που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι μια αύξηση που μπορεί να τη διαχειριστεί η ελληνική οικονομία;

Πώς αξιολογείτε την επιστροφή στις αγορές με το 5ετές ομόλογο που εξέδωσε το Δημόσιο; Κάποιοι κάνουν λόγο για «τεράστια επιτυχία», αναφερόμενοι στην υπερκάλυψη της έκδοσης, και κάποιοι για αναμενόμενη ζήτηση δεδομένης της υψηλής απόδοσης για τα δεδομένα της Ευρωζώνης. Ποια είναι η γνώμη σας;

Εδώ υπάρχουν δύο διαφορετικά θέματα: το ένα είναι η έκδοση του συγκεκριμένου ομολόγου και το δεύτερο εάν υπάρχει ανάγκη για επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές. Καταρχάς, οι διεθνείς επενδυτές πιστεύουν ότι η Ελλάδα μπορεί να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες με το «μαξιλάρι ρευστότητας» ύψους 27 δισ. ευρώ, περίπου για 3-4 έτη. Συνεπώς, η έκδοση πενταετίας είναι λίγο πάνω από το όριο που ήταν διατεθειμένοι οι επενδυτές να ανεχθούν σε αυτή την πρώτη προσπάθεια της Ελλάδας για χρηματοδότηση από τις αγορές. Αυτά μπορεί να είμαστε διατεθειμένοι να τα ανεχθούμε ως μια πρώτη προσπάθεια επιστροφής στις αγορές.

Αυτό που είναι πιο δύσκολο να απαντηθεί, είναι κατά πόσο η Ελλάδα χρειάζεται να χρηματοδοτηθεί σήμερα από τις αγορές. Όσο χρηματοδοτούμαστε με επιτόκια της τάξης του 3,6% και αποπληρώνουμε τα «ακριβά» δάνεια του ΔΝΤ, αυτό έχει μια ξεκάθαρη χρηματοοικονομική έννοια. Σε βάθος χρόνου, όμως, εάν αρχίσουμε να υποκαθιστούμε τα δάνεια του EFSF και του ESM –προνομιακού επιτοκίου 1%- με δανεισμό από τις αγορές σε αυτό το κόστος, αυτό χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ανάλυση για να δούμε πώς επηρεάζει τη μακροχρόνια δυναμική του ελληνικού χρέους.

Δεν είναι, όμως, αυτό ένα σήμα που στέλνει η Ελλάδα στις αγορές ότι επιστρέφει στην κανονικότητα;

Είναι θετικό, πράγματι, τόσο το ποσοστό της υπερκάλυψης, όσο και το μείγμα των επενδυτών που μπήκαν στο ελληνικό ομόλογο, καθώς μαθαίνουμε ότι πρόκειται για επενδυτές με μακροπρόθεσμο χαρακτήρα που είναι πιθανό να επανεπενδύσουν στο ελληνικό χρέος στο μέλλον. Ένα, επίσης, θετικό είναι ότι τονώνεται η ρευστότητα στην ελληνική οικονομία, αφού η αποπληρωμή των ομολόγων που λήγουν γίνεται με χρήματα από το εξωτερικό. Ο κίνδυνος είναι ότι, αν αυτές οι εκδόσεις πάρουν μια δυναμική, θα αυξηθεί το μέσο κόστος χρηματοδότησης του ελληνικού Δημοσίου. Είμαστε μακριά από αυτό αλλά είναι θέμα που θα πρέπει στο μέλλον να μας απασχολήσει.

Πότε βλέπετε την επόμενη αναβάθμιση;

Ήδη θα έπρεπε να είχαμε δει  περαιτέρω βήματα αναβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας μας. Νομίζω πως αυτό που «κρατάει» τους οίκους αξιολόγησης είναι, πρώτον, η πολιτική αβεβαιότητα και, δεύτερον, το γεγονός ότι δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως η Ελλάδα έχει σήμερα ένα χρέος ίσο με το 180% του ΑΕΠ. 

Πιστεύω ότι αν καταφέρουμε και κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των διεθνών εταίρων, και ιδίως των ευρωπαϊκών Θεσμών, οποιαδήποτε συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέους δεν πρέπει να την αφήσουμε για το 2032. Το δεύτερο σκέλος είναι να παραμείνει η ελληνική οικονομία σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και το τρίτο είναι, πιο τεχνικό: να επιτραπεί στις τράπεζες να αυξήσουν το ποσοστό που μπορούν να επενδύουν σε ελληνικά ομόλογα. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας ισχυρός Έλληνας επενδυτής στην αγορά των ελληνικών κρατικών ομολόγων επιτρέπει σε διάφορους από το εξωτερικό να μεταβάλλουν τα επιτόκια με πολύ μικρούς όγκους αγοραπωλησιών. Εάν επιτραπεί στις ελληνικές τράπεζες να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο σε αυτή την αγορά θα δούμε σταθερότητα στις αποδόσεις και καλύτερες αποδόσεις.

Πριν λίγους μήνες, δημοσιεύσατε μια μελέτη για τις επιχειρήσεις-ζόμπι που κρατούν «όμηρο» την οικονομία της χώρας. Υπολογίσατε, μάλιστα, ότι τα οφέλη από την αναδιάρθρωση των δανείων θα μπορούσαν να ανέλθουν έως και τα 2,6 δισ. ευρώ ετησίως. Έχει υπάρξει εξέλιξη σε αυτό το πεδίο και τι θα πρέπει να γίνει για να δούμε τα οφέλη;

Η μελέτη αυτή είχε σκοπό να αναδείξει δύο θέματα τα οποία κάπου έχουν χαθεί στον δημόσιο διάλογο, καθώς όταν επιτρέπεται σε μια επιχείρηση να λειτουργεί χωρίς να εξυπηρετεί τις οφειλές τις προς τις τράπεζες, αλλά και το Δημόσιο, αυτό δημιουργεί δύο μεγάλα κόστη για την οικονομία. Πρώτον, υπονομεύει το τραπεζικό σύστημα και, δεύτερον, αυτές οι εταιρείες συνεχίζουν την παραγωγική τους δραστηριότητα αλλά όχι με όρους υγιούς ανταγωνισμού. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν προβλήματα και σε άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις –ένα είδος αθέμιτου ανταγωνισμού που μπορεί να παρασύρει και να δημιουργήσει ολόκληρους ζημιογόνους κλάδους. 

Μπορείτε να μας δώσετε κάποια παραδείγματα;

Στον μεταποιητικό τομέα υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις που δημιουργούν αυτό το πρόβλημα –τόσο σε επίπεδο μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όσο και σε επίπεδο μεγάλων επιχειρήσεων. Το ίδιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στις ιχυοκαλλιέργειες, όπως και στον αγροτικό τομέα. Δημιουργούνται προβλήματα αθέμιτου ανταγωνισμού γιατί υπάρχουν επιχειρήσεις που τους ενδιαφέρουν να δημιουργούν μόνο κάποιες ταμειακές ροές και να πηγαίνουν από ρύθμιση σε ρύθμιση. 

Οι τράπεζες τι κάνουν για την αναδιάρθρωση αυτών των δανείων;

Γίνεται μεγάλη προσπάθεια από τις τράπεζες -μόνο η Τράπεζα Πειραιώς μείωσε τα επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 6 δισ. ευρώ το 2018. Υπήρχε μια αδράνεια, μια δυστοκία, εξαιτίας του θεσμικού και νομικού πλαισίου, θεωρώ όμως ότι τα πράγματα έχουν μπει πλέον σε μία πολύ καλύτερη τροχιά. Από εδώ και πέρα, οι τράπεζες θα κρατήσουν μια πολύ πιο επιθετική στάση –τουλάχιστον στα επιχειρηματικά δάνεια. Στα καταναλωτικά και –κυρίως- τα στεγαστικά δάνεια το πλαίσιο είναι διαφορετικό, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται και η συζήτηση για την επόμενη μέρα του Νόμου Κατσέλη. Νομίζω ότι θα δούμε πολύ μεγάλες κινήσεις μέσα στο 2019.