Σε υπ' αριθμόν ένα παράγοντα κινδύνου για τις ελληνικές εξαγωγές τείνει να αναδειχτεί η Ρουμανία.
Αιτία, το νομοσχέδιο που υιοθέτησε η Γερουσία της χώρας -με 76 ψήφους υπέρ έναντι 4 κατά - το οποίο υποχρεώνει τις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων τροφίμων να προμηθεύονται το 51% των φρούτων, λαχανικών και προϊόντων κρέατος από την εγχώρια παραγωγή. 

Η υιοθέτηση του, αναμένεται να πλήξει σημαντικά τις ελληνικές εξαγωγές, οι οποίες έχουν δεχτεί ήδη ισχυρό χτύπημα από το ρωσικό εμπάργκο. 
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελληνικής Πρεσβείας στο Βουκουρέστι, η ρουμανική αγορά αποτελεί για την Ελλάδα την πρώτη αγορά απορρόφησης ελληνικών φρούτων και λαχανικών, παγκοσμίως. 

Αν και στόχος του εν λόγω νομοσχεδίου είναι να τονώσει την ρουμανική αγροτική παραγωγή, εντούτοις εγείρει ζητήματα νομικά και ουσιαστικά. Αφενός μεν προκύπτουν θέματα παραβίασης του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού. Αφετέρου, δεν εξασφαλίζεται η ασφαλής διάθεση προϊόντων στο ρουμάνο καταναλωτή, αφού η Ρουμανία δεν είναι δυνατόν, προς το παρόν τουλάχιστον, να καλύψει τις ανάγκες της  κατανάλωσης από την εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα, η Ρουμανία δεν διαθέτει όλη εκείνη την γκάμα φρούτων και λαχανικών (εσπεριδοειδή, νεκταρίνια κ.λ.π.) ούτε είναι δυνατή η μεγάλη παραγωγή φρούτων και λαχανικών κατά την διάρκεια της χειμερινής περιόδου.

Παράγοντες της ελληνικής αγοράς εκτιμούν πως το νομοσχέδιο αυτό δεν θα «περπατήσει», ακριβώς γιατί είναι αντίθετο στην αρχή της ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων της ΕΕ, η οποία θα αναλάβει δράση. Παράλληλα, αναφέρουν πως αν εφαρμοστεί μία τέτοια απόφαση, είναι σίγουρο ότι θα δώσει ένα ισχυρό «χτύπημα» στις ελληνικές εξαγωγές και στην ελληνική οικονομία, κατ' επέκταση.

Να σημειωθεί ότι οι εξαγωγές των ελλήνων παραγωγών προς τη Ρουμανία το 2014 ανήλθαν σε 183.613 τόνους και είχαν συνολική αξία 68,3 εκατ. ευρώ.