Newsletter Final List

Ενημερωθείτε για τα τελευταία νέα μας!

Εγγραφή στο Newsletter Final List feed

Λάμψα: Ο «ηγέτης» της πλατείας Συντάγματος

Λάμψα: Ο «ηγέτης» της πλατείας Συντάγματος - Κεντρική Εικόνα/Video

Σε απόλυτη κυρίαρχο της ξενοδοχειακής αγοράς της πλατείας Συντάγματος αναδεικνύεται η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρεταννία, Εταιρεία Ελληνικών Ξενοδοχείων Λάμψα, η οποία απόκτησε την εβδομάδα που μας πέρασε και το κτήριο που στεγάζει μέχρι και σήμερα το γειτονικό πεντάστερο ξενοδοχείο King George από την Eurobank.

Ασκώντας το δικαίωμα προτιμήσεως που είχε ως μισθώτρια του ακινήτου, το αγόρασε προσφέροντας 43 εκατ. ευρώ, την μεγαλύτερη δηλαδή προσφορά που είχε δοθεί στον διαγωνισμό της τράπεζας, και το ξενοδοχείο θα συνεχίσει να λειτουργεί όπως προέβλεπε η εικοσαετής σύμβαση εκμίσθωσης που είχε συνάψει με ετήσιο μίθσωμα 700.000 ευρώ.

Πέρα βέβαια από την Μεγάλη Βρεταννία, και το King George που ήδη διαχειριζόταν, η εταιρεία προχωρά και σε συμφωνία με το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας των πρώην εργαζομένων της Αγροτικής Τράπεζας, αναφορικά με την εκμίσθωση του ακινήτου που στέγαζε τα γραφεία της ΑΤΕ στο Σύνταγμα, στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Κριεζώτου. Σύμφωνα με πληροφορίες, στόχος της οικογένειας Λασκαρίδη ιδιοκτήτριας πλέον του ομίλου Λάμψα, είναι το ακίνητο των 13.000 τ.μ. να μετατραπεί σε ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, όπως και πριν από τη δημιουργία γραφείων δηλαδή, όπου στο ακίνητο λειτουργούσε το ξενοδοχείο King’s Palace.

Η εισηγμένη εταιρεία Λάμψα, συμφερόντων πλέον της οικογένειας Λασκαρίδη αποτελεί πια τον κυρίαρχο της πλατείας, αυξάνοντας συνεχώς ενισχύοντας συνεχώς την παρουσία του στην ξενοδοχειακή «πίτα» της πλατείας Συντάγματος, θα συνεχίσει να λειτουργεί το ξενοδοχείο όπως προέβλεπε η εικοσαετής σύμβαση εκμίσθωσης με ετήσιο μίσθωμα

Ποια είναι όμως η εταιρεία που έχει ως ναυαρχιδα της ένα από τα ακριβότερα , από άποψης τιμής δωματίου, ξενοδοχεία του κέντρου, τη Μεγάλη Βρεταννία και απλώνει σιγά σιγά τα δίκτυα της γύρω από τα πρώην βασιλικά ανάκτορα. Η ίδια δηλώνει «μια δυναμική επιχείρηση με ξεχωριστή ιστορία και μεγάλο κύρος» και πράγματι αποτελεί μια από τις παλαιότερες στη χώρα μας που δραστηριοποιείται στο χώρο της φιλοξενίας και του τουρισμού.

Από διανομέας τροφίμων του Βασιλιά ιδιοκτήτης της Μεγάλης Βρεταννίας

Η αρχή της επιχείρησης πηγαίνει περίπου δύο αιώνες πίσω όταν το 1878 ο Στάθης Λάμψας, ένας γνωστός σεφ του Παρισιού αποφασίζει να ανοίξει μαζί με τον Σάββα Κέντρο την «Μεγάλη Βρεταννία», ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο στην πόλη των Αθηνών το οποίο κατάφερε να μετατραπεί σε έμβλημα της πόλης, να φιλοξενήσει πλήθος επωνύμων και να αποτελέσει το πιο φημισμένο ξενοδοχείο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της εγγύς Ανατολής της εποχής του.

Με καταγωγή από τα Καλάβρυτα έζησε τα πρώτα δεκαέξι του χρόνια στην Σεβαστούπολη της Ρωσίας. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, έπιασε δουλειά σε ένα μπακάλικο επί της Ερμού κάνοντας διανομές τροφίμων στα βασιλικά ανάκτορα και σε σπίτια εύπορων Αθηναίων. Εκεί ήταν που γνώρισε τον Γάλλο αρχιμάγειρα των ανακτόρων ο οποίος αποφάσισε να τον προσλάβει ως βοηθό του στη βασιλική κουζίνα. Έχοντας μυηθεί εν μέρει στις τεχνικές της μαγειρικής τέχνης, παρακάλεσε τον προϊστάμενο της βασιλικής αυλής να τον στείλει στο Παρίσι ώστε να εκπαιδευτεί και να μπορέσει να αντικαταστήσει όταν ερχόταν η κατάλληλη ώρα τον Γάλλο σεφ.

Κάπως έτσι ο Λάμψας πήρε την έγκριση του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ ταξίδεψε στο Παρίσι και μετά από λίγο καιρό έγινε υπάλληλος στο «Maison Doree» ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης του φωτός εκείνης της εποχής. Κερδίζοντας την εκτίμηση του σεφ, μυείται στην μαγειρική τέχνη και στην επιστήμη της φιλοξενίας. Είναι δε τόσο καλός που ο σεφ αποφασίζει να πληρώσει το χρέος του στον Βασιλιά για να τον κρατήσει για μερικά ακόμα χρόνια κοντά του και πεθαίνοντας του αφήνει περί τις 20.000 γαλλικά φράγκα. 

Τότε είναι που ο Λάμψας αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα και σε συνεργασία με τον Κέντρο να ανοίξει τη Μεγάλη Βρεταννία η οποία πέρα από τα μεγαλοπρεπή για την εποχή διαμονή που προσέφερε για την εποχή διακρίνεται και για την κουζίνα της. Στην αρχή το ξενοδοχείο στεγάστηκε σ’ ένα από τα πιο όμορφα αρχοντικά της πόλης των Αθηνών – δημιούργημα του φημισμένου Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. Ωστόσο στο κτήριο που βρίσκεται σήμερα μεταφέρθηκε μόλις το 1885 όταν ο Κέντρος και ο Λάμψας προέβησαν στην από κοινού αγορά του μεγάρου έναντι του ποσού των 800.000 δραχμών. Mετά το θάνατο του Κέντρου, ο Λάμψας αποκτά την πλήρη κυριότητα του ξενοδοχείου που, με την πάροδο του χρόνου και προχωρά στην ανακαίνισή του μετατρέποντάς το στο μοναδικό ξενοδοχείο πολυτελείας της πρωτεύουσας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Μεγάλη Βρετανία ήταν από τα πρώτα κτήρια της Αθήνας, μετά τα βασιλικά ανάκτορα που ηλεκτροδοτήθηκαν το 1888.

Το ξενοδοχείο αποκτά όλο και μεγαλύτερη αναγνώριση μέσα στα χρόνια, εν έτει 1896, φιλοξενεί τον βαρόνο Πιερ ντε Κουμπερτέν, τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, καθώς και όλους τους ξένους αθλητές που πήραν μέρος στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποκτώντας παγκόσμια φήμη.

Η επίσημη ίδρυση της Εταιρείας Ελληνικών Ξενοδοχείων Λάμψα Α.Ε.

Έχοντας μόνο μια κόρη, μετά τον θάνατό του η «Μεγάλη Βρεταννία» περνά στα χέρια του γαμπρού του Λάμψα, Θεόδωρου Πετρακόπουλου, ο οποίος ιδρύει το 1919 την «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΛΑΜΨΑ Α.Ε.». Με την κατασκευή νέων πτερύγων και με την προσθήκη ενός ορόφου στον αρχικό πυρήνα του κτιρίου, η «Μεγάλη Βρεταννία» μεταμορφώνεται σ’ ένα τετραώροφο επιβλητικό ξενοδοχείο που περιλαμβάνει τη λαμπρή αίθουσα Salle des Fêtes – το σημερινό Grand Ballroom –σε σχέδια του Ελβετού αρχιτέκτονα Emil Vogt.

Το ξενοδοχείο αποκτά και ιστορικό ρόλο όταν την τετραετία 1940 – 1944  παραμονές και κατά τη διάρκεια του Πολέμου και της Κατοχής. Επί Μεταξά, για το φόβο του επερχόμενου πολέμου ετοιμάζεται ένα νέο σύγχρονο Στρατηγείο στο υπόγειο του κτηρίου, το οποίο φιλοξενεί το αρχηγείο του Ελληνικού Στρατού τις μέρες του Έπους του ’40, καθώς και το Αρχηγείο των Άγγλων και Νεοζηλανδών συμμάχων ως την κατάρρευση του μετώπου. Μετά την κατάληψη των Αθηνών, η «Μεγάλη Βρεταννία» επιτάσσεται από τα γερμανικά στρατεύματα και στο κτήριό της εγκαθίσταται το Αρχηγείο του Στρατού Κατοχής.

Μετά τον πόλεμο το ξενοδοχείο ανακαινίζεται και μακροημερεύει μέχρι και την δεκαετία του 90 όπου οι οικογένειες Πετρακόπουλου και Δοξιάδη – ιδιοκτήτες μέχρι τότε του ξενοδοχείου – πωλούν το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΛΑΜΨΑ Α.Ε. στο διεθνή Όμιλο Ξενοδοχείων CIGA. Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Όμιλος Ξενοδοχείων CIGA εξαγοράζεται διεθνώς από την αμερικανική πολυεθνική εταιρεία ξενοδοχείων SHERATON η οποία τρία χρόνια μετά καταλήγει στην STARWOOD HOTELS & RESORTS WORLDWIDE INC, μία από τις κορυφαίες πολυεθνικές εταιρείες διαχείρισης και franchise ξενοδοχείων και τουριστικών θέρετρων στον κόσμο. Το 1999 η STARWOOD πωλεί, μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΛΑΜΨΑ Α.Ε., διατηρεί όμως τη διοίκηση του ξενοδοχείου και το στην αυγή της νέας χιλιετίας η Λάμψα περνά στον όμιλος REGENCY ENTERTAINMENT ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε. 

Αν και η παρουσία και η δράση της είναι συνυφασμένες με τη δημιουργία και τη διαχείριση του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρεταννία», το οποίο λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1919 αγγίζοντας πλέον τα 90 χρόνια ζωής, τα τελευταία χρόνια η Λάμψα έχει εμπλουτίσει το χαρτοφυλάκιό της διευρύνοντας τους επιχειρηματικούς της ορίζοντες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, αποκτώντας το πολυτελές ξενοδοχείο «Hyatt Regency» στο Βελιγράδι, το ιστορικό ξενοδοχείο Excelsior στην ίδια πόλη, το 50% των μετοχών της ιδιοκτήτριας εταιρείας του Ξενοδοχείου Sheraton Rhodes και μόλις προσφάτως και το ακίνητο επί της πλατείας Συντάγματος που φιλοξενεί από το 2013 το υπερπολυτελές ξενοδοχείο King George, το οποίο και διαχειριζόταν.

Ωστόσο οι σημερινοί ιδιοκτήτες, ο αδελφοί Λασκαρίδη, δεν δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στον τουρισμοί. Η βασική τους δραστηριότητα είναι η ναυτιλία στην οποία διαδέχθηκαν τον πατέρα τους Κωνσταντίνο στην εταιρεία Lavinia το 1970 και σήμερα συμπεριλαμβάνονται στους κορυφαίους εφοπλιστές στον κόσμο, έχοντας μετατρέψει μια εταιρεία μεταφοράς κατεψυγμένων ψαριών και θαλασσινών σε αληθινή αυτοκρατορία. Σήμερα η εταιρεία δραστηριοποιείται κυρίως στη μεταφορά πετρελαίου, φρούτων από τη Λατινική Αμερική και θαλασσινών, με τον όμιλο να επεκτείνεται παράλληλα και σε άλλους τομείς.

Κερδοφορία και ακόμα μεγαλύτερα κέρδη

Στην περίπτωση των ξενοδοχείων ωστόσο φαίνεται να τα καταφέρνει ιδιατέρως καλά. Σύμφωνα με την ετήσια οικονομική έκθεση, η εταιρεία αναμένει και το 2017 η τάση των πωλήσων να είναι αυξητική. Όσο για το 2016 οι δύο πολυτελείς μονάδες στο κέντρο της πρωτεύουσας παρουσίασαν αυξημένες πληρότητες 68% (έναντι 66% το 2015) και οριακή μείωση στη μέση τιμή ανά δωμάτιο στα 258 ευρώ (έναντι 261 ευρώ το 2015). Το έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο αυξήθηκε κατά 2,14% ενώ η Μεγάλη Βρετανία εμφάνισε αύξηση πωλήσεων κατά 2% σε σύγκριση με την προηγούμενη οικονομική χρήση, ενώ το King George κινήθηκε στα ίδια επίπεδα. Η βελτιωμένη κερδοφορία που αναμένεται οφείλεται και στην τροποποίησης της σύμβασης διαχείρισης των δύο ξενοδοχείων με τον όμιλο Marriott, με την οποία μειώνονται οι αμοιβές διαχείρισης για την τριετία 2017- 2019 (η εταιρεία υπέγραψε την τροποποίηση πέρσι το Νοέμβριο).

Ο κύκλος εργασιών για τις δύο μονάδες έφτασε τα 42 εκατ. ευρώ από 41,4 στη χρήση του 2015 (αύξηση 1,52%), με τη συμμετοχή του King George να αγγίζει τα 8,5 εκατ. ευρώ. Το σύνολο του δανεισμού μειώθηκε κατά 4,8 εκατ., από 35 εκατ. ευρώ σε 30 εκατ. και τα αποτελέσματα προ φόρων, χρηματοδοτικών και επενδυτικών αποτελεσμάτων και αποσβέσεων (EBIDTA) ανήλθαν σε 9,77 εκατ. Όσο για τα υπόλοιπα ξενοδοχεία του ομίλου στη Σερβία, το μεν Hyatt Regency Belgrade κατέγραψε άνοδο πωλήσεων κατά 5%, το "Excelsior" εντούτοις εμφάνισε πτώση 16,5%. Τέλος το ξενοδοχείο "Sheraton Rhodes" είχε άνοδο στις πωλήσεις κατά 4,1%.

Ο κύκλος εργασιών του ομίλου ήταν ενισχυμένος κατά 1,67% (από 51,5 εκατ. σε 52,4 εκατ. ευρώ) και το EBITDA κατά 10,8% ( από 11,7 εκατ. σε 13 εκατ.). Τα καθαρά κέρδη έφτασαν τα 2,28 εκατ. ευρώ έναντι 1,3 εκατ. το 2015.

Σύμφωνα μάλιστα με την μητρική εταιρεία παρά τις αρνητικές εγχώριες οικονομικές συνθήκες, η Λάμψα διατηρεί ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια και κερδοφορία, εξοφλώντας κανονικά τις υποχρεώσεις σε τράπεζες, προμηθευτές εσωτερικού, δημόσιο και ασφαλιστικούς οργανισμούς. 

Best of Internet